Menu

The Stopover

Ο επαναπατρισμός ενός γαλλικού τάγματος από το Αφγανιστάν περιλαμβάνει μια ολιγοήμερη στάση αποφόρτισης και ψυχολογικής/επιχειρησιακής αξιολόγησης σε πολυτελές θέρετρο στην Κύπρο. Εκεί ωστόσο, δύο στρατιωτίνες (Αριάν Λαμπέντ και Σοκό) θα βρεθούν αντιμέτωπες με τις μνήμες του πολέμου, τα στερεότυπα και τελικά τις ίδιες τις επιλογές τους. Η νέα ταινία των αδερφών Κουλέν («17 Κορίτσια») εξετάζει τη γυναικεία θέση σε έναν κόσμο ανδρικής βίας, κάπου πελαγώνει όμως και κυρίως στο ότι πασχίζει να μιλήσει από λίγο για όλες τις πιθανές πτυχές μιας ευρύτατης θεματικής.

Η ελληνογαλλική συμπαραγωγή των Μιριέλ και Ντελφίν Κουλέν, μεγάλο μέρος της οποίας γυρίστηκε στη Ρόδο (με το νησί ωστόσο «υποδύεται» την Κύπρο), διερευνά από την αισθητηριακά ευαίσθητη σκοπιά των δύο σκηνοθέτιδων των «17 Κοριτσιών», τη γυναικεία θέση σε έναν κόσμο ανδρικής βίας.

Η Ορόρ (Αριάν Λαμπέντ) και η Μαριάν (Σοκό) επιστρέφουν μαζί με τα μέλη της υπόλοιπης γαλλικής αποστολής από το Αφγανιστάν. Ενδιάμεσος σταθμός πριν τη Γαλλία η Κύπρος, όπου οι στρατιώτες θα περάσουν ένα τριήμερο αποφόρτισης σε πολυτελές ξενοδοχείο, όπως ορίζει το πρωτόκολλο. Όμως η φόρτιση από τις μνήμες του πολέμου δεν τακτοποιούνται έτσι εύκολα, με τις στρατιωτίνες, ισχνή μειοψηφία στο τάγμα, να καλούνται να αντιπαρέλθουν πέραν των όσων βίωσαν, στερεότυπα βαθιά χαραγμένα. Παράλληλα, η Ορόρ και η Μαριάν γνωρίζουν δύο νεαρούς ντόπιους (Ανδρέας Κωνσταντίνου και Μάκης Παπαδημητρίου στους ρόλους), όμως η επαφή με τον εκτός στρατεύματος κόσμο προσκρούει στον ανταγωνισμό και την καχυποψία.

Από τον πρωτότυπο τίτλο κιόλας («Voir du Pays»), το φιλμ των αδελφών Κουλέν που έκανε πρεμιέρα στις Κάννες και συγκεκριμένα στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, επιδιώκει να εξαπολύσει ειρωνεία, διατηρώντας παράλληλα μια κάποια κατανόηση για την επιλογή νέων ανθρώπων χωρίς ουσιαστικές προοπτικές να θέσουν εαυτούς στην υπηρεσία ενός παράλογου πολέμου, έχοντας την ευκαιρία – όπως τους πλασάρεται – να «γνωρίσουν τον κόσμο».

Το στοιχείο του στοχασμού πάνω στη γυναικεία βία, ωστόσο, που μας ανέπτυξαν οι σκηνοθέτιδες σε συνέντευξη που μας παραχώρησαν τον περασμένο Απρίλιο, απουσιάζει περιέργως από την ταινία τους, καθώς είναι προφανές πως εστιάζουν περισσότερο στη θέση της γυναίκας σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο (εν προκειμένω τον στρατιωτικό μικρόκοσμο και δευτερευόντως τον έξω κόσμο).

Ο χαρακτήρας της Λαμπέντ εμφανίζεται δεκτικός απέναντι στην ανώτερη αρχή, περισσότερο από ανάγκη να νιώσει μέσω της συντομότερης δυνατής διαδρομής ασφάλεια παρά από ευπιστία. Στον αντίποδα, η Σοκό υποδύεται ένα αγρίμι που βιάζεται να κλείσει λογαριασμούς και που αμφισβητεί έντονα τις επιλογές της. Το μεταξύ τους δίπολο δουλεύει σχηματικά μεν επαρκώς δε, με την πρώτη να ξεχωρίζει με τη μεθοδική εγκράτεια που χαρακτηρίζει την ερμηνεία της. Η βία ως διαρκής προοπτική που περιβάλλει ποικιλοτρόπως τις ηρωίδες, την οποία εν μέρει βέβαια θυμίζουμε πως έχουν ενστερνιστεί από επιλογή όπως και οι συμπολεμιστές τους, είναι το υπόστρωμα πάνω στο οποίο καλούνται να διαχειριστούν τραυματικές εμπειρίες, καθώς και την επαναφορά στην όποια κανονικότητα.

Οι αδελφές Κουλέν προσέχουν αρκετά ώστε να μη δώσουν συγχωροχάρτι μέσω θυματοποίησης σε όσους σέρνονται από ανάγκη, άγνοια ή απλώς κυνισμό σε έναν πόλεμο που -για να μην ξεχνιόμαστε- ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την προσφυγική κρίση. Η τελευταία σκηνή μάλιστα, όπου το βλέμμα της Λαμπέντ διασταυρώνεται με έναν πρόσφυγα που βρίσκεται κλεισμένος σε περιπολικό, τοποθετείται για να καταδείξει (ή και να ξεμπερδεύει ενδεχομένως με) αυτήν ακριβώς την πτυχή. Στην πορεία της ταινίας επίσης, υπογραμμίζεται η μονίμως παρούσα απειλή της κακοποίησης γυναικών σε κλειστές δομές όπως ο στρατός.

Ταυτόχρονα όμως, υπάρχουν σκηνές που δεν εξυπηρετούν απολύτως τίποτε δραματουργικά, ενώ η τάση να ειπωθούν με διαλόγους όσα θα μπορούσαν να δειχθούν με το κατάλληλο πλάνο (μόνιμο μαράζι πολλών γαλλικών ταινιών) δε βοηθά, όπως επίσης και η πρεμούρα των Κουλέν να μιλήσουν για όλα (το άδικο και τις συνέπειες του πολέμου, την ανισότητα μεταξύ των φύλων, τον ανδρικό χαρακτήρα της βίας, τον κίνδυνο κακοποίησης κτλ) έστω και από λίγο. Λες και προσπαθούν να καλύψουν μια ατζέντα ενός δημόσιου διαλόγου αντί να κάνουν ταινία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ