Menu

The Strangers: Ματωμένη Νύχτα

Ευχάριστη έκπληξη για το πολύπαθο είδος του slasher, το καλογυρισμένο σίκουελ του «Κλείδωσες;» υπόσχεται να πλημμυρίσει τη μεγάλη οθόνη με άφθονο αίμα και πάμπολλες αναφορές στον Κάρπεντερ και στις αμερικανικές ταινίες τρόμου του ‘70 & του ‘80.

Εκεί που οι ταινίες slasher και δη τα σίκουελ κατά κανόνα απογοητεύουν, έρχεται κάπου κάπου ένα φιλμ σαν αυτό του Γιοχάνες Ρόμπερτς να μας ξαφνιάσει ευχάριστα. Ο λόγος για το δεύτερο «The Strangers», με τον εντελώς 80s ελληνικό υπότιτλο «Ματωμένη Νύχτα», το οποίο σκάει στις αίθουσες μία δεκαετία μετά το επιτυχημένο «Κλείδωσες;» στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Λιβ Τάιλερ.

Αναφερθήκαμε στα 80s και όχι τυχαία, αφού το «Strangers: Ματωμένη Νύχτα» έχει σκοπό να μας εκθέσει ευθύς εξαρχής τους δεσμούς που το συνδέουν με εκείνη τη δεκαετία, από την πρώτη κιόλας αιματοβαμμένη σκηνή όπου ακούγεται το «Kids in America» της Κιμ Γουάιλντ. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, ένα πραγματικά ταιριαστό score από τον Έιντριαν Τζόνστον (που έχει πολύ Κάρπεντερ μέσα) και μία μικρή συλλογή από αντιπροσωπευτικές 80s επιτυχίες ντύνουν αυτό που μοιάζει με ένα διαρκές homage σε μερικές από τις πιο κλασικές ταινίες τρόμου της περιόδου από το 1974 και μετά. Ωστόσο, το πραγματικά ενδιαφέρον είναι ότι ανάμεσα στις απευθείας αναφορές στον «Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι», την «Κριστίν», τη «Νύχτα με τις Μάσκες», το «Παρασκευή και 13» κλπ, το νέο «Strangers» και ο σκηνοθέτης του βρίσκουν χώρο και τρόπο να δώσουν ένα όχι καινοφανές, αλλά σίγουρα καλοφτιαγμένο φιλμ, ικανό να εκτιμηθεί από του φίλους του καλού slasher.

Η σκηνοθεσία του Ρόμπερτς σχεδόν αποκλείει τα εύκολα τρομάγματα, ενώ υιοθετεί ένα αρκετά ενδιαφέρον καδράρισμα που συχνά εκμεταλλεύεται τη γεμάτη νυχτερινή υγρασία φωτογραφία του Ράιαν Σαμούλ.

Άλλωστε το μυστικό δε βρίσκεται αναγκαστικά στην πρωτοτυπία της ιστορίας ή στο σκηνικό, αλλά στη διαχείρισή τους. Η υπόθεση μιας εκδρομής που εξελίσσεται σε εφιάλτη φαντάζει γνώριμη, καθώς περιστρέφεται γύρω από μία τετραμελή οικογένεια η οποία καλείται να επιβιώσει από τις φονικές διαθέσεις τριών μασκοφόρων ψυχοπαθών. Η μαμά (Κριστίνα Χέντριξ), ο μπαμπάς (Μάρτιν Χέντερσον) και τα δύο παιδιά τους (η Μπέιλι Μάντισον και ο Λιούις Πούλμαν στους ρόλους), έχουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της τυπικής, μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας που συχνά συναντάμε στο σινεμά, με τους γονείς να παραμένουν αγαπημένοι, τα αδέρφια να τρώγονται μεταξύ τους και οι πρώτοι να ζορίζονται στο πώς θα διαχειριστούν την ατίθαση εφηβεία των τελευταίων. Όσο για το σκηνικό, το έρημο κάμπινγκ με τις λυόμενες κατοικίες είναι απ’ αυτά που οι ταινίες του είδους μας έχουν πείσει ότι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί στην Αμερική, είναι να βρεθείς μόνος σε κάποια από τις απειράριθμες απειλητικές γωνιές αυτής της αχανούς χώρας.

Ωστόσο, όλα αυτά τα κάθε άλλο παρά πρωτότυπα υλικά, ο Ρόμπερτς τα διαχειρίζεται με ωριμότητα, δείχνοντας να κατανοεί τις ανάγκες του είδους και εντάσσοντας οργανικά τις μπόλικες αναφορές του στην ταινία. Η σκηνοθεσία του σχεδόν αποκλείει τα εύκολα τρομάγματα, ενώ υιοθετεί ένα αρκετά ενδιαφέρον καδράρισμα που συχνά εκμεταλλεύεται τη γεμάτη νυχτερινή υγρασία φωτογραφία του Ράιαν Σαμούλ. Επιπλέον, φροντίζει να θέτει όσο γίνεται τον τρόμο και την απειλή σε πλάνα γενικά, τα οποία και κάνει να φαίνονται απολύτως ανατριχιαστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή στην πισίνα που ξεκινά με μία υποδειγματικά ξεδιπλωμένη, αθόρυβη επίθεση. Όσο για τους πρωταγωνιστές, κανένας δε θα πρέπει να θεωρείται ασφαλής και δεδομένος, ενώ το μηδενιστικό κίνητρο των δραστών που συνοψίζεται στο ξερό «γιατί όχι;», αρκεί για να θέσει τον εφιάλτη της οικογένειας σε μακρινή αναλογία με εκείνο που ο Χάνεκε είχε μαεστρικά στήσει στα «Παράξενα Παιχνίδια».

Φυσικά, όλα αυτά τα καλά στοιχεία συνυπάρχουν με ορισμένες ανθεκτικές παθογένειες που εμφανίζονται στις περισσότερες ταινίες slasher, όπως κάποιες εξόφθαλμα «λάθος» αποφάσεις των πρωταγωνιστών ή το «γέμισμα» της πλοκής με εκείνον τον έξτρα, βοηθητικό χαρακτήρα που αποδεικνύεται πανεύκολα αναλώσιμος. Όμως αυτό δεν αναιρεί την αποτελεσματικότητα του «Strangers», μαζί και την ανταπόδοση που υπόσχεται σε όσους αγαπάνε το είδος και δεν έχουν κάποιου είδους αλλεργία στις ‘80s αναφορές, οι οποίες βομβαρδίζουν τελευταία τόσο το σινεμά όσο και την τηλεόραση. Από κει και πέρα, ας μην ξεχνάμε ότι στην τελική, το δεύτερο «Strangers» αποδεικνύεται πιο καλογυρισμένο και συνολικά ανώτερο από την ταινία του 2008.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ