Menu

Το Μπαλκόνι – Μνήμες Κατοχής

Από τις περιπτώσεις όπου η οποιαδήποτε απόπειρα κριτικής υποχωρεί μπροστά στη βαρύνουσα σημασία και την κινηματογραφική καταγραφή ενός συνταρακτικού αληθινού συμβάντος, η ταινία του Χρύσανθου Κωνσταντινίδη αποτελεί όχι ένα ακόμη ντοκιμαντέρ πάνω στις ναζιστικές κτηνωδίες που εκτυλίχθηκαν στη χώρα μας, αλλά ένα απαραίτητο ιστορικό  ντοκουμέντο που οφείλουν να δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι θεατές.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943 μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών έπνιξε το γιαννιώτικο χωριό των Λιγκιάδων στο αίμα, σφαγιάζοντας τους κατοίκους του- παιδιά, γυναίκες, ηλικιωμένους, ακόμη και βρέφη- και πυρπολώντας τα πάντα στο διάβα της. Αρκετές δεκαετίες μετά το αποτρόπαιο συμβάν, ένας Γερμανός ιστορικός ταξιδεύει στην Ελλάδα, επισκέπτεται το χωριό και αρχίζει να συγκεντρώνει σε ένα μαγνητόφωνο τις μαρτυρίες των τελευταίων επιζώντων της σφαγής. Σκοπός του είναι να διεξάγει μια εξονυχιστική έρευνα η οποία θα επιχειρήσει να ρίξει φως στις αιτίες και τους υπευθύνους που καταδίκασαν περισσότερους από 80 αθώους σε βίαιο θάνατο. 

Έχοντας πάρει προ καιρού τις απαντήσεις του και για λογαριασμό πλέον του πολύτιμου αυτού ντοκιμαντέρ, ο ιστορικός παίζει τις κασέτες στους απογόνους των θυμάτων του απερίγραπτου ολοκαυτώματος και ξεσκεπάζει τις αθέατες παραμέτρους που μετέτρεψαν εκείνο το πρωινό του 1943 σε μια από τις πιο ανατριχιαστικές ναζιστικές θηριωδίες που έχουν διαδραματιστεί σε ελληνικό έδαφος.

Ένα συνταρακτικό ντοκουμέντο πάνω σε ένα ανομολόγητο ναζιστικό έγκλημα και συνάμα μια επίκληση για την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης.

Διακριτικός παρατηρητής, που εύλογα αδυνατεί να κρύψει πόσο συγκλονισμένος στέκει απέναντι στα όσα καλείται να διηγηθεί με την ταινία του, ο Χρύσανθος Κωνσταντινίδης μετατρέπει την επίμονη σταυροφορία του Κριστόφ Σμινκ Γκουστάβους (όπως είναι το όνομα του Γερμανού ιστορικού) και τα αποτελέσματα της πολυετούς έρευνάς του σε ένα συνταρακτικό ντοκουμέντο πάνω σε ένα ανομολόγητο ναζιστικό έγκλημα και συνάμα σε μια επίκληση για την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης, όσο οδυνηρή κι αν παραμένει.
 
Πένθιμο και σεβάσμιο, όπως ακριβώς αρμόζει στο θέμα του, το «Μπαλκόνι» δεν αποφεύγει κάποιους πλατειασμούς και επαναλήψεις μετά τη σφιχτοδεμένη πρώτη του ώρα. Είναι τόσο δυνατός ο αντίκτυπος των όσων καταγράφει, ωστόσο, και τόσο αβίαστα συγκινητική η αποτύπωση του πόνου και η εξιστόρηση της φρίκης, ώστε κάθε ένσταση (και κριτική ματιά) αποδυναμώνεται μπροστά στη συναισθηματική φόρτιση του φιλμ, την ειλικρίνεια του δημιουργού του και την ίδια την πραγματικότητα. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search