Menu

Το Φεγγάρι του Δία

Oπτικά εντυπωσιακό αλλά ταυτόχρονα αμετροεπές, υπερφιλόδοξο και σε διαρκή νοηματική σύγχυση, το νέο φιλμ του σκηνοθέτη του «Λευκού Θεού» μπορεί να εξασφαλίσει στον δημιουργό του ένα απευθείας εισιτήριο για το Χόλιγουντ παρόλο που το ίδιο, μάλλον, θα μείνει στην ιστορία ως μια σπουδαία ευκαιρία που πήγε χαμένη.

Ο Άριαν, ένας νεαρός άνδρας από τη Συρία, επιχειρεί μαζί με τον πατέρα του και άλλους μετανάστες να περάσουν τα σύνορα της Ουγγαρίας μέσα σε μια βάρκα. Μετά από μια ενέδρα της αστυνομίας συνόρων, το σκάφος τους αναποδογυρίζει και πατέρας και γιος χωρίζονται καθώς προσπαθούν να σωθούν. Το ανθρωποκυνηγητό που ακολουθεί βρίσκει τον Άριαν να καταδιώκεται στο δάσος από τον Λάζλο, έναν εθνικιστή αστυνομικό, ο οποίος εν τέλει πυροβολεί τον νεαρό Σύρο. Τραυματισμένος από τις σφαίρες, ο Άριαν κείτεται στο έδαφος αλλά μερικά δευτερόλεπτα αργότερα αντιλαμβάνεται, όχι μόνο ότι δεν έχει πεθάνει αλλά ότι έχει πλέον την ικανότητα να αιωρείται. Καθώς τα παραπάνω συμβαίνουν στα πρώτα λεπτά της
ταινίας, η ιστορία ξετυλίγεται ακολουθώντας τον Άριαν καθώς προσπαθεί να εντοπίσει τον αγνοούμενο πατέρα του σε ένα από τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών. Εκεί, ένας διεφθαρμένος γιατρός εν ονόματι Γκάμπορ Στερν, γίνεται μάρτυρας των υπερφυσικών δυνάμεων του νεαρού και τον βοηθά να αποδράσει στην Βουδαπέστη με σκοπό να τον χρησιμοποιήσει για να κερδίσει χρήματα. Στο κατόπι τους, όμως, ο Λάζλο έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό θέλοντας να διασφαλίσει με κάθε τρόπο πως το συμβάν με τους πυροβολισμούς θα αποσιωπηθεί για πάντα.

Είναι αλήθεια πως πριν από την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Καννών, το «Φεγγάρι του Δία» συγκαταλεγόταν στις ταινίες που ο Τύπος περίμενε με την μεγαλύτερη ανυπομονησία. Από την μία ένα ελκυστικό premise που μιλούσε για μια sci-fi αλληγορία πάνω στο μεταναστευτικό ζήτημα, από την άλλη η καλλιτεχνική επιτυχία του θριαμβευτικού «Λευκού Θεού» που είχε προηγηθεί, ήταν απολύτως λογικό να επικρατεί μια σχετική αδημονία για το νέο φιλμ του Κορνέλ Μουντρούτσο. Τελικά, ο μόνος που έφυγε εκείνη την μέρα από την αίθουσα κατενθουσιασμένος ήταν μάλλον ο Γουίλ Σμιθ, μέλος της κριτικής επιτροπής και φανατικός υποστηρικτής της ταινίας στην κούρσα των βραβείων, όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια. Και
αυτό γιατί μια καταπληκτική ιδέα, ένα τόσο υπέροχο σεναριακό εύρημα, φαίνεται να θυσιάστηκε αδίκως στον βωμό της σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ.

Στο καθαρά τεχνικό κομμάτι, ο Μουντρούτσο μαζί με τον ταλαντούχο διευθυντή φωτογραφίας Μαρσέλ Ρεβ, προβαίνουν σε μία εκθαμβωτική επίδειξη δεξιοτεχνίας, σε ένα φιλμ που από την μέση και μετά εκτυλίσσεται ως καθαρόαιμη ταινία δράσης. Διαθέτοντας ελάχιστο μπάτζετ σε σχέση με το αντίστοιχο των χολιγουντιανών παραγωγών, παραδίδουν ένα φιλμ με αξιοζήλευτο production value και δημιουργούν εκπληκτικές εικόνες, συχνά ικανές να διηγηθούν μια ιστορία από μόνες τους. Αν από κάπου προδίδεται το «Φεγγάρι του Δία», είναι από την αναποφασιστικότητα των δημιουργών του να εξερευνήσουν το βασικό σεναριακό τους εύρημα επαρκώς και να του δώσουν μια σαφή κατεύθυνση, ορίζοντας έτσι τον χαρακτήρα της ταινίας τους. Αντίθετα, στη νέα ταινία του Ούγγρου σκηνοθέτη, στοιχεία από κόμικ με υπερήρωες ανακατεύονται με απλοϊκές υπαρξιακές αναζητήσεις, χριστιανικές αλληγορίες συνυπάρχουν με φρενήρεις καταδιώξεις και εντυπωσιακά cgi εφέ, με αποτέλεσμα το φιλμ να στερείται συνοχής, σοβαρότητας αλλά κυρίως ταυτότητας. Όπως πολύ εύστοχα γράφτηκε κάπου, βλέποντας το «Φεγγάρι του Δία» νιώθεις ότι βλέπεις τον «Γιο του Σαούλ» γυρισμένο από τον Μάικλ Μπέι. Και κάπως αυτό τα συνοψίζει όλα σε μία φράση.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ