Το Κόκκινο Σπουργίτι

Αδίστακτοι κατάσκοποί, κόντρες ΗΠΑ-Ρωσίας και μια Λόρενς έτοιμη όσο ποτέ για πιο προκλητικούς ρόλους, σε ένα δυστυχώς αμετροεπές και αναχρονιστικό φιλμ, που θυμίζει κακές στιγμές του ψυχροπολεμικού σινεμά.

Elle 01 Μαρ. 18
Το Κόκκινο Σπουργίτι

Στις προσωποκεντρικές ταινίες του αμερικανικού σινεμά μπορούμε να ξεχωρίσουμε συνήθως 2 κεντρικές κατηγορίες, αυτές που φτιάχνονται από σταρ και αυτές που φτιάχνονται για σταρ. Ένα κλασικό παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι οι ταινίες του Τομ Κρουζ, άλλες πετυχημένες και άλλες όχι, στις οποίες ο ηθοποιός φροντίζει μέσω των συνεργατών που επιλέγει να έχει σχεδόν τον απόλυτο έλεγχο μιας προσεγμένης παραγωγής της οποίας ευελπιστεί (και συνήθως καταφέρνει) να σηκώσει τα οικονομικά βάρη μόνο με την εικόνα του. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν συνήθως νεότεροι ηθοποιοί που είτε γιατί θέλουν να ξεκολλήσουν από ένα είδος, είτε γιατί θέλουν να μετρήσουν τις υποκριτικές ικανότητές και το βάρος της εικόνας τους, δοκιμάζουν κάτι συνήθως καινούριο, σαν ένα test drive για την μετέπειτα πορεία τους. 

Η αλήθεια είναι πως η Τζένιφερ Λόρενς δε χρειάζεται να μπει στη δεύτερη διαδικασία. Με ένα Όσκαρ σε τέσσερις συνολικά υποψηφιότητες στα 27 της, μέσα μάλιστα από ένα ευρύ φάσμα επιλογών με μεγάλη εμπορική απήχηση, δεν φαίνεται να έχει την ανάγκη να φτιαχτεί από ένα νέο φιλμ. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» πάντως είναι στηριγμένο ολοκληρωτικά στον ρόλο της, μιας γυναίκας που μαθαίνει το παιχνίδι της πρόκλησης και της αποπλάνησης και είναι αποφασισμένη να το μάθει τέλεια, σαν μια προέκταση του επαγγέλματος του ηθοποιού και των όσων πρέπει να περάσει μέχρι να μάθει καλά τον δικό του ρόλο. Η σωματική πειθαρχία, οι πολλαπλοί «ρόλοι» μιας κατασκόπου και το γυμνό στέλνουν τη Λόρενς σε νέα μονοπάτια και μένει να δούμε σύντομα αν ένα φιλμ στο οποίο κυριαρχεί τόσο έντονα με την παρουσία της μπορεί να αποφέρει και καλά κέρδη.

Το μεγάλο πρόβλημα όμως της ταινίας είναι πως για να διαπιστωθεί η υποκριτική εξέλιξη της Λόρενς, βλέπουμε για 140 λεπτά ένα εντελώς αναχρονιστικό θέαμα, με πρώτης γραμμής ηθοποιούς να μιλούν αγγλικά με ρωσική προφορά και χαρακτήρες βγαλμένους από δεύτερης διαλογής ψυχροπολεμικά φιλμ του παρελθόντος να συντηρούν την κόντρα ΗΠΑ-Ρωσίας μέσω μιας σειράς κλισέ που δύσκολα χωρούν στη σύγχρονη κινηματογραφική αφήγηση. Η Λόρενς υποδύεται την Ντομίνικα, μια Ρωσίδα πρώην μπαλαρίνα που μετά από ατύχημα ουσιαστικά εκβιάζεται για να μπει σε ένα κέντρο εκπαίδευσης ώστε να μάθει με τη συμπεριφορά, τα λόγια και το κορμί της να αποσπά πληροφορίες από τον εχθρό. Μέσα από μια σειρά αρκετών ανατροπών, η Ντομίνικα, θα φλερτάρει με τη Δύση, θα παίξει κρυφτούλι με τους ανωτέρους της και θα μπλεχτεί σε ένα παιχνίδι από το οποίο δύσκολα θα επιβίωνε αν η εκπαίδευση που έλαβε δεν ήταν τόσο σκληρή και η θέλησή της τόσο ισχυρή. 

Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας είναι πως για να διαπιστωθεί η υποκριτική εξέλιξη της Λόρενς, βλέπουμε για 140 λεπτά ένα εντελώς αναχρονιστικό θέαμα.

Ο σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς (των «Hunger Games») ενδιαφέρεται κυρίως για τις πιο εκρηκτικές σκηνές της πρωταγωνίστριας, ενώ γύρω της περιφέρονται ηθοποιοί σε τυποποιημένους ρόλους. Η Σαρλότ Ράμπλινγκ ως σαδιστική διευθύντρια της σχολής εξαπολύει μπαρούφες για τη σχέση του κράτους με το σώμα μας, ο Τζέρεμι Άιρονς με τα γαλόνια του χρησιμοποιείται ως πιόνι για ανατροπές, ο Βέλγος Ματίας Σένερτς λειτουργεί ως ο απαραίτητος αμοραλιστής Ρώσος και ο Τζόελ Έτζερτον ως ο ηθικός αμερικανός που προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Όλοι τους παίζουν στο παιχνίδι της πρωταγωνίστριας σε μια ανεξήγητα φουσκωμένη και δαιδαλώδη πλοκή, αν σκεφτεί κανείς το ηθικό μάθημα το οποίο δηλώνει σχεδόν ξεκάθαρα αλλά και από πολύ νωρίς, πως τίποτα δηλαδή δεν είναι πιο επικίνδυνο στον κόσμο από μια Ρωσίδα κατάσκοπο, όσο και αν προσπαθήσει η καλή Δύση να τη συνετίσει. 

Με τόσα αφηγηματικά (αλλά και ηθικά όπως εξελίσσεται το φιλμ) προβλήματα λοιπόν, οι προσπάθειες της Λόρενς πηγαίνουν χαμένες, αλλά και η ταινία οδεύει ξεκάθαρα προς την κατηγορία της κατασκευής για χάρη κάποιου σταρ, μικραίνοντας αυτομάτως τη σημασία της. Αυτό που μένει πίσω από την εικόνας της ηθοποιού, είναι ένα απομεινάρι του ψυχρού πολέμου, μια, αν όχι ηθελημένη, σίγουρα όχι τόσο ευφυής ιδέα σε μια εποχή που οι 2 χώρες αλληλοκατηγορούνται πολύ περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν.

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT