Menu

Τυφλό Σημείο

Ανάμεσα σε μαύρη αντανάκλαση τραγουδιού του Μπρους Σπρίνγκστιν, πονετικού ιστγουντικού δοκιμίου πάνω στη συνέπεια της βίας και δηκτικής καταγγελίας ενός Σπάικ Λι, να ένα φιλμ δυναμικής φτιαξιάς κι επιδέξιου τόνου που, δυστυχώς, κατρακυλά σε μια τρίτη πράξη που το κάνει σημαντική χαμένη ευκαιρία.

Η ιστορία ενός μαύρου στις τελευταίες μέρες της επιτήρησής του για βιαιοπραγία και του τραμπούκου λευκού κολλητού του που γλίτωσε την φυλάκιση, καθώς τις ημέρες εργάζονται ως εκκενωτές διαμερισμάτων και τις νύχτες περιδιαβαίνουν τις γκέτο γειτονιές του Όκλαντ.

Η πρώτη μεγάλου μήκους του Κάρλος Λόπεζ Εστράδα, με σεναρίστες του δύο πρωταγωνιστές του, τον Νταβίντ Ντιγκς και τον Ράφαελ Καζάλ, σφυγμομετρά τις μαύρες γειτονιές, την αφόρητη ένταση της φτώχειας τους και την αναμενόμενη βιαιότητα που σχεδόν νομοτελειακά προκύπτει.

Εκεί ακριβώς ο μαύρος χαρακτήρας (μια δυναμική star εμφάνιση του Νταβίντ Ντιγκς) είναι που παρεμβαίνει επιχειρώντας εκ των έσω να σπάσει αυτή τη νομοτέλεια, να υπερβεί την κατάρα μιας ολόγυρα εξαπολυόμενης βιαιότητας που απειλεί την ελευθερία και την όποια προοπτική του. Ωστόσο, ένας φαινομενικά στυγνός φόνος ενός μαύρου από έναν (λευκό) αστυνομικό θα του γίνει φάντασμα ποδηγετώντας τις προσπάθειές του.

Σε όλη αυτή τη διάρκεια, το έργο του Εστράδα και των δραματουργών πρωταγωνιστών του κερδίζει ακατάπαυστα έδαφος κι εντυπώσεις. Παίζοντας επιδέξια ανάμεσα στην σκοτεινή κωμωδία και τον δεινό ρεαλισμό, βυθισμένο στην μαύρη υποκουλτούρα, διαγράφοντας διαρκώς παραλλήλους και συγγένειες με όλα τα οικονομικά κατώτερα λαϊκά στρώματα ανεξαρτήτως χρώματος (και χώρας), το «Τυφλό Σημείο» ανιχνεύει σημαντικές δυτικές κοινωνιολογικές αλλοιώσεις, ξεπροβάλλει τα (φυλετικά, εθνολογικά, προσωπικά) φαντάσματα του ήρωά του (σαφής η σκηνή που τρέχει δίπλα στο νεκροταφείο), βλέπει από ένα νεορεαλιστικό «μέσα» τη γέννηση της νομοτέλειας του μίσους, του φόβου και της ανελευθερίας.

Το πρόβλημα έρχεται στην τρίτη πράξη, όπου με αφορμή μια από κείνες τις εκνευριστικές δραματουργικές συμπτώσεις η ιστορία παίρνει την τροπή της κάθαρσής της. Εκεί χάνεται εντελώς ο έγκυρος ανθρωπισμός του Σπρίννγκστιν και η αβίαστη μυθοπλασία του Ίστγουντ δίνοντας τη θέση τους σε μια in your face αισθητική κωλοπαιδίστικης καταγγελίας, πολύ κοντά στην σκηνή στον καθρέφτη της «25ης Ώρας» (ανώτερα δικαιολογημένη εδώ βέβαια) που εν μέσω ενός πολυβολικού ναρκισσιστικού ραπαρίσματος θα εκραγεί ποιητικοφανώς το ηφαίστειο ενός ανθρώπου.

Κάποιος θα σου πει πως αυτή είναι η ιδανική, πολεμική κορύφωση, μιας ταινίας αφιερωμένης στην κατάδειξη τρομερά προβληματικών (κι ανέλπιδων) φαινομένων, δεν αντιλέγω, είναι ζήτημα της αισθητικής του καθενός. Που σε ταινίες όπως τούτη δοκιμάζεται ποικιλόμορφα, ειδικά στο ουσιαστικά αβάπτιστο λευκό κοινό εκτός αστικής Αμερικής. Αλλά αυτό είναι το εισπρακτικό ρίσκο του φιλμ και δεν επηρεάζει την δουλεμένη αισθητική του κατάρτιση.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search