Menu

Ξενοδοχείο Grand Budapest

Ένας παράξενος δανδής, λίγο απατεώνας, λίγο ζιγκολό, και απίστευτα γοητευτικός, διατρέχει μια φανταστική χώρα, σε μια φανταστική Ευρώπη, από την δεκαετία του '20 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80. Ο δημιουργός της «Οικογένειας Τενενμπάουμ», που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας του Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία αυτή, τα κατάφερε και πάλι: διαβολικό χιούμορ, εξαίσια στολιζαρισμένες εικόνες και απίστευτη αισθητική που δοκιμάζει όλες τις εκδοχές της έννοιας «ποπ».

Το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» μάς πάει σε μια φανταστική ευρωπαϊκή χώρα, την Δημοκρατία της Ζουμπρόβκα, η οποία βρίσκεται κάπου στις Άλπεις και αποτελείται από κομμάτια της Ανατολικής Ευρώπης.

Βασικός πρωταγωνιστής, είναι ο κύριος Γκουστάβ Χ. (Ρέιφ Φάινς), ένας παράξενος δανδής, λίγο απατεώνας, λίγο ζιγκολό, και απίστευτα γοητευτικός, ο οποίος διατρέχει αυτήν την φανταστική χώρα και αυτήν την φανταστική Ευρώπη, από την δεκαετία του '20 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80.

Ο ίδιος ο Άντερσον, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας του Φεστιβάλ Βερολίνου για την ταινία αυτή, δήλωσε ότι αυτόν τον χαρακτήρα τον εμπνεύστηκε, μαζί με τον φίλο του, Χιούγκο, από έναν κοινό τους φίλο, ο οποίος είχε μια ιδιαίτερη άποψη για τη ζωή: «είναι κάποιος που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο στον κόσμο».

Στην συνέχεια, συνέδεσε αυτόν τον χαρακτήρα με χαρακτήρες και ιστορίες από τα βιβλία του Στέφαν Τσβάιχ.

Αυτός, λοιπόν, ο μοναδικός χαρακτήρας (από τους πιο πρωτότυπους και ενδιαφέροντες που έχουμε δει στο σινεμά τα τελευταία χρόνια) είναι προσωπάρχης-θυρωρός στο εντυπωσιακό Grand Budapest Hotel, το οποίο ανήκει στην μυστηριώδη 84χρονη κόμισσα Μαντάμ Σελίν Βιλνέβ Ντεζκόφ (Τίλντα Σουίντον).

Όταν πεθαίνει, η κόμισσα κληροδοτεί έναν πολύτιμο πίνακα στον προσωπάρχη της, ο οποίος υπήρξε εραστής της. Ο γιος της (Έιντριαν Μπρόντι) και ο σατανικός συνεργάτης του, Τζόπλινγκ (Γουίλεμ Νταφόε), τον κατηγορούν ότι την σκότωσε.

Από εκεί και κάτω, αρχίζει μια απίστευτη περιπέτεια, με συνεχείς ανατροπές, τρομερό δηλητηριώδες χιούμορ και εικόνες, που η μια είναι πιο απρόσμενη από την άλλη.

Τρία πράγματα ξεχωρίζουν.

Πρώτον, οι ήρωες: ντελικάτοι και παράξενοι- από τους καλύτερους της φιλμογραφίας του Άντερσον. Ζουν περήφανοι μέσα στην γενναία τους μοναξιά και ποτέ δεν το βάζουν κάτω, επειδή απλούστατα ποτέ δεν κατοίκησαν στον κόσμο τούτο.

Δεύτερον, τα χρώματα: παράξενα και έντονα- σαν μια ζωντανή παλέτα ουράνιου τόξου. Είναι βγαλμένα από ξεχασμένες βιοτεχνίες ονείρων.

Τρίτον, τα σκηνικά: νομίζεις ότι είναι ψεύτικα, πανέμορφα αλλά και ταυτόχρονα ολοκαίνουργια και ξεχασμένα σε ένα ιδανικό παρελθόν- πότε στον μεσοπόλεμο και πότε στην δεκαετία του '80.

Και η ιστορία του, θλιβερή και ξεκαρδιστική. Στο ξενοδοχείο του τίτλου θα συμβούν μερικά εκπληκτικά γεγονότα, δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, αρκετές τραγωδίες και μια απίστευτη καταδίωξη.

Δεν είναι, όμως, οι πραγματικοί Παγκόσμιοι Πόλεμοι έτσι όπως τους γνωρίζουμε από την ιστορία.

Διότι ο Άντερσον έφτιαξε μια αλληγορική ιστορική περίοδο, με μια φασιστική δικτατορία και μια μεταπολεμική κομμουνιστική περίοδο, οι οποίες, χωρίς να ονομάζονται ξεκάθαρα, ερμηνεύουν με έναν δικό του τρόπο την πολιτική κατάσταση της Ευρώπης.

«Υπήρξαν κάποια πράγματα που διάβαζα την περίοδο που έγραφα το σενάριο», είπε ο Γουές Άντερσον, «τα οποία δεν έχουν άμεση σχέση με την ταινία αλλά με επηρέασαν, όπως το βιβλίο της Χάνα Άρεντ "Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ"».

«Δεν έχει σχέση με την ιστορία αλλά περιέχει μια συναρπαστική ανάλυση για το πώς κάθε χώρα της Ευρώπης ανταποκρίθηκε στον ναζισμό», συμπλήρωσε ο Άντερσον.

Τα γυρίσματα έγιναν σε ένα πολυκατάστημα, το οποίο βρίσκεται στην πόλη Görlitz, κάπου στα σύνορα Γερμανίας, Πολωνίας και Τσεχίας, μια πόλη που ανήκει στην λίστα της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο.

Με γοτθικές και μπαρόκ επιρροές, η αρχιτεκτονική αυτής της πόλης και με μοντέρνες πινελιές που φτάνουν μέχρι και το art nouveau, ήταν το ιδανικό περιβάλλον για την ταινία του Άντερσον.

Η παραγωγή χρησιμοποίησε μάλιστα ακόμη και τον τοπικό ζαχαροπλάστη για να του φτιάξει τα χαρακτηριστικά γλυκά Mendl's (δεν θα αποκαλύψουμε φυσικά την σημασία που έχουν στην ταινία).

Το καστ της ταινίας είναι εντυπωσιακό αφού απαρτίζεται από τον Ρέιφ Φάινς, τον Μάρει Άμπρααμ, την Τίλντα Σουίντον, τον Όουεν Ουίλσον, την Σίρσα Ρόναν, τον Έιντριαν Μπρόντι, τον Γουίλεμ Νταφόε, τον Τζεφ Γκόλντμπλαμ, τον Τζουντ Λο, τον Μπιλ Μάρεϊ, τον Έντουαρτ Νόρτον, τη Λεά Σεντού, τον Τομ Γουίλκινσον και τον Ματιέ Αμαλρίκ, μεταξύ άλλων.

Όμως η αποκάλυψη της ταινίας και σίγουρα ολόκληρης της χρονιάς είναι ο νεαρός Τόνι Ρεβολόρι, ο οποίος έχει καταγωγή από την Γουατεμάλα και παίζει τον βοηθό του Ρέιφ Φάινς.

Ο βοηθός αυτός τον συνοδεύει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, έχοντας στο πρόσωπό του ζωγραφισμένη μια αφελή αθωότητα, η οποία κρύβει έξυπνα την μοναδική εξυπνάδα του.

Ο Ρεβολόρι είναι ένας 17χρονος Καλιφορνέζος ο οποίος εμφανίζεται στο σινεμά και την τηλεόραση από τα 2 του χρόνια και επίσης παίζει κιθάρα και πιάνο, τραγουδάει και συνθέτει τραγούδια, γράφει σενάρια, τα σκηνοθετεί, και τα μοντάρει. Τόσο απλά!

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ