Menu

Οι ξένες γλώσσες κάνουν το μυαλό «ξυράφι»

Σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη, η εκμάθηση τουλάχιστον μίας ακόμη γλώσσας πέραν της μητρικής ενισχύει τη λειτουργία του εγκεφάλου και τις νοητικές ικανότητές μας.

Ως παιδιά μπορεί να γκρινιάζαμε, μεγαλώνοντας ωστόσο συνειδητοποιήσαμε πως οι ξένες γλώσσες είναι «παράθυρο» στον κόσμο: διευρύνουν τους ορίζοντές μας, μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε με άτομα απ' όλον τον πλανήτη, αλλά και να γνωρίζουμε διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς, χωρίς μεσάζοντες.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Νορθγουέστερν του Ιλινόις μάς δίνουν πλέον ένα ακόμα κίνητρο, καθώς υποστηρίζουν πως, όταν μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα εκτός της μητρικής,  βελτιώνουμε τη λειτουργία του εγκεφάλου και τις νοητικές μας ικανότητες.

Η καθηγήτρια Νίνα Κράουτς και η ομάδα της, σε σχετική μελέτη που δημοσίευσαν στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ, επισήμαναν ότι η γνώση  περισσότερων γλωσσών από μία επιδρά και μάλιστα καθοριστικά στον εγκέφαλο και μεταβάλλει τον τρόπο που το νευρικό σύστημα αντιδρά στους ήχους.

Πιο συγκεκριμένα, οι επιστήμονες παρατήρησαν τις εγκεφαλικές αντιδράσεις 48 υγιών εθελοντών (23 από αυτούς μιλούσαν δύο γλώσσες) σε διάφορα ηχητικά ερεθίσματα. Για να συμβεί αυτό, είχαν προηγουμένως τοποθετήσει ηλεκτρόδια στο κεφάλι τους, ώστε να καταγράφουν τα εγκεφαλικά κύματα. Τα αποτελέσματα των πειραμάτων ήταν ενδεικτικά: Όταν στο εργαστήριο επικρατούσαν συνθήκες απόλυτης ησυχίας, και οι δύο ομάδες -εκείνοι, δηλαδή, που μιλούσαν μόνο αγγλικά, αλλά και όσοι γνώριζαν μία δεύτερη γλώσσα- εμφάνιζαν παρόμοιες αντιδράσεις στους ήχους που «έσπαγαν» τη σιωπή.

Τα πράγματα ωστόσο ήταν διαφορετικά όταν -σκοπίμως- το εργαστήριο πλημμύριζε από πολλούς και διαφορετικούς θορύβους. Σε αυτή την περίπτωση οι γλωσσομαθείς επεξεργάζονταν τους ήχους πολύ καλύτερα, ενώ μπορούσαν να εστιάσουν στη φωνή κάθε ομιλητή, αλλά και να απομονώσουν τις «άχρηστες» παρεμβολές. Η παραπάνω διαφορά στις επιδόσεις των δύο ομάδων ήταν ορατή και στην καταγραφή των εγκεφαλικών κυμάτων τους, καθώς στην ομάδα των γλωσσομαθών παρατηρήθηκε μεγαλύτερη κινητικότητα.

Σύμφωνα με δηλώσεις που έκανε η δρ Κράους, όσοι γνωρίζουν μία τουλάχιστον ξένη γλώσσα διαθέτουν πιο ευέλικτο και αποδοτικό ακουστικό σύστημα, αφού έχουν τη δυνατότητα να εστιάζουν αυτόματα στα ηχητικά ερεθίσματα και να τα επεξεργάζονται με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Παράλληλα, η ερευνήτρια Βιορίκα Μαριάν συμπληρώνει πως «οι περισσότεροι άνθρωποι συνηθίζουν να λύνουν σταυρόλεξα ώστε να διατηρούν το μυαλό τους κοφτερό. Πλέον, διαπιστώνουμε ότι παρόμοια πλεονεκτήματα προκύπτουν και από τη γνώση και τη συχνή χρήση μίας δεύτερης γλώσσας».

Η παραπάνω έρευνα έρχεται να επισφραγίσει προηγούμενες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες η γνώση επιπλέον γλωσσών αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για την εκπαίδευση του εγκεφάλου, συμβάλλει στη βελτίωση ικανοτήτων όπως η προσοχή και η μνήμη, ενώ είναι και όπλο για την καταπολέμηση της άνοιας.


 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search