Follow us

Search

Το τέλος της βίας: Η κακοποίηση των γυναικών πρέπει να σταματήσει

Με αφορμή την έξαρση της κακοποίησης κατά γυναικών στα ίδια τους τα σπίτια, οι φορείς μας προτρέπουν να μιλήσουμε για την βία που δεχόμαστε. Να ζητήσουμε βοήθεια. Να υποστηρίξουμε την κοπέλα στο διπλανό διαμέρισμα που μας χρειάζεται. Να μην είμαστε πια παρατηρητές. Δεν αξίζει σε καμιά μας.

Το τέλος της βίας: Η κακοποίηση των γυναικών πρέπει να σταματήσει

Το τέλος της βίας: Η κακοποίηση των γυναικών πρέπει να σταματήσει
Φωτογράφιση: Martin Traynor

«Πήγα στο μπάνιο, με ακολούθησε και άρχισε να με πνίγει με τα χέρια του. Έχασα τις αισθήσεις μου και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι την κόρη μου να χτυπάει την πόρτα. Μπήκε μέσα και με είδε στο πάτωμα, ενώ εκείνος της έλεγε: “δώσε λίγο νερό στη μητέρα σου”. Εκείνη ούρλιαζε: «μπαμπά τι της έκανες; Τι έκανες στη μαμά;”. Προσπάθησε να με στραγγαλίσει μπροστά στο παιδί μας. Η κόρη μου μου είπε: “Πρέπει να φύγουμε. Φοβάμαι πως την επόμενη φορά που θα σας επισκεφτώ, δεν θα σε βρω ζωντανή». Αυτή είναι η συγκλονιστική μαρτυρία της Αλίνας που διαβάσαμε εν μέσω καραντίνας (euronews.com). Η ίδια κατάφερε να φύγει έπειτα από 20 χρόνια ενδοοικογενειακής κακοποίησης από τον σύζυγό της και πλέον βρίσκεται σε καταφύγιο.

Η μεγάλη έξοδος
Μικρά και μεγάλα δράματα μεταξύ συντρόφων εκτυλίσσονταν πίσω από κλειστές πόρτες, την περίοδο της πανδημίας. Τον περασμένο Απρίλιο οι γραμμές SOS στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχτηκαν 60% περισσότερες κλήσεις για βοήθεια από θύματα μια άλλης, σιωπηλής πανδημίας: της ενδοοικογενειακής βίας. Τα Ηνωμένα Έθνη ζήτησαν από τις κυβερνήσεις να βάλουν την ασφάλεια των γυναικών πάνω από τα περιοριστικά μέτρα για τον Covid-19. Η κακοποίηση υπήρχε και πριν αλλά τώρα εντάθηκε. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, όπου οι κλήσεις τετραπλασιάστηκαν στη γραμμή SOS 15900 εν μέσω κορονοϊού.
Τι ήταν αυτό που οδήγησε σε τέτοια έξαρση στης κακοποίησης εν μέσω πανδημίας; «Η ενδοοικογενειακή βία δεν προέκυψε την εποχή του κορονοϊού. Πολλές γυναίκες ήδη τη βίωναν σε ψυχολογικό επίπεδο με συντρόφους που μπορεί να ήταν ελεγκτικοί ή να ασκούσαν οικονομική βία (σ.σ. δηλαδή περιόριζαν τα οικονομικά της γυναίκας). Την περίοδο αυτή όμως παρατηρήθηκε μια κλιμάκωση του φαινομένου» απαντά η δικηγόρος του κέντρου Διοτίμα Χαρά Χιόνη-Χότουμαν και συνεχίζει: «Η αναγκαστική συνύπαρξη των μελών της οικογένειας είχε ως αποτέλεσμα να εκδηλώνεται βία συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση. Η λεκτική βία οξύνθηκε ενώ σε πολλές περιπτώσεις μετατράπηκε σε σωματική». Εκείνες τις μέρες ήρθε στο φως περιστατικό γυναίκας που αποθαρρύνθηκε από την αστυνομία να κάνει καταγγελία λόγω των μέτρων για τον κορονοϊό. «Οι γυναίκες την περίοδο του κορονοϊού αντιμετώπισαν αρκετές δυσκολίες ώστε να καταγγείλουν και να λάβουν προστασία: Έπρεπε ένα θύμα να βρει δικηγόρο, να κλείσει ραντεβού στο αστυνομικό τμήμα, να πάει σαν έκτακτο περιστατικό στο νοσοκομείο να εξεταστεί. Η αστυνομία πρέπει να εξετάζει τις καταγγελίες ως κατεπείγουσες και στο πλαίσιο αυτοφώρου και εν μέσω πανδημίας. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι οι ξενώνες δεν δεχόντουσαν νέα περιστατικά γιατί δεν υπήρχε δυνατότητα για διενέργεια τεστ και ιατρικών εξετάσεων που έπρεπε να γίνουν, ενώ στην Αθήνα ήταν γεμάτοι».
Μια τέτοια δύσκολη πραγματικότητα είχε να αντιμετωπίσει και η Νίκη, 42 ετών (τα στοιχεία έχουν αλλοιωθεί) που υπέμενε την κακοποίηση για χρόνια. Εν μέσω πανδημίας αυτή εντάθηκε: «Από τον δεύτερο χρόνο του γάμου μου, ξεκίνησε η συστηματική κακοποίηση. Ήταν η περίοδος που ο σύζυγός μου άρχισε να έχει προβλήματα στη δουλειά. Οι εκρήξεις θυμού ήταν συνεχείς: γιατί κλαίει το παιδί, γιατί δεν ήταν έτοιμο το φαγητό, γιατί δεν του απάντησα απευθείας στο τηλέφωνο. Σταδιακά μπήκε στη ζωή μου και η σωματική βία. Με χτυπούσε στην κοιλιά, με κλωτσούσε στα πλευρά, τα σημάδια ήταν πάντα σε σημεία που καλύπτονταν από ρούχα. Η κόρη μου ήταν συχνά μπροστά στις σκηνές. Για χρόνια υπέμενα το μαρτύριο. Χωρίς δουλειά και δικά μου χρήματα, νόμιζα ότι θα μείνω για πάντα εγκλωβισμένη σε αυτή την κατάσταση. Όμως, το ποτήρι ξεχείλισε με τον κορονοϊό. Μια μέρα που το παιδί έκλαιγε και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, άρχισε να ουρλιάζει και να σπάει πράγματα. Όταν του ζήτησα να σταματήσει ξεκίνησε να με χτυπά. “Θα σε σκοτώσω” φώναζε. Μου έσπασε το κινητό. Όταν έφυγε από το σπίτι, είπα δεν πάει άλλο, πρέπει να σωθούμε». Η ταλαιπωρία της Νίκης έληξε επειδή αναζήτησε βοήθεια. «Την επόμενη ημέρα από το μεγάλο ξέσπασμα του συζύγου, βρήκα μια πρόφαση και βγήκα μαζί με το παιδί. Πήγα στο νοσοκομείο. Ζήτησα να εξεταστώ και μου έδωσαν ένα χαρτί που έλεγε ότι έφερα κακώσεις και σωματικές βλάβες. Αμέσως μετά επισκέφτηκα τη μοναδική μου φίλη και την ρώτησα αν μπορεί να με φιλοξενήσει. Εκείνη με παρότρυνε να ψάξω για δικηγόρο και έτσι βρήκαμε τη Διοτίμα. Μου είπαν τα δικαιώματα μου».
Η λήψη νομικής βοήθειας είναι ένα από τα σημαντικά βήματα που ενδυναμώνουν μια γυναίκα να αποδράσει από την κακοποίηση. Τα βήματα προς την έξοδο είναι: Η αναζήτηση ψυχολογικής και νομικής βοήθειας, η εξέταση από ιατροδικαστή άμεσα σε περίπτωση σωματικής βίας, η αναζήτηση στέγης, η καταγγελία του περιστατικού, νομικές ενέργειες για την προστασία της γυναίκας. «Αναζήτησε βοήθεια, μην είσαι το επόμενο θύμα» ήταν η σπαρακτική έκκληση της Claire από τη βόρεια Αμερική που ανέβασε στα social media το γεμάτο αίματα πρόσωπό της γράφοντας: «αυτό είναι ενδοοικογενειακή βία». Στην Ελλάδα η αστυνομία έχει παροτρύνει με βίντεο τις γυναίκες να καλούν το 100 ή να στέλνουν sms στον ίδιο αριθμό. Ακόμα, τα θύματα μπορούν να απευθυνθούν στο 15900 και σε εξειδικευμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Ενδεικτικά, η Νίκη που πλέον φιλοξενείται σε ασφαλές μέρος, έλαβε δωρεάν νομική βοήθεια και ψυχοκοινωνική στήριξη μέσω του προγράμματος «Όλες ασφαλείς» που υλοποιεί το κέντρο Διοτίμα σε συνεργασία με το δήμο Αθηναίων. Το πρόγραμμα ξεκίνησε εν μέσω καραντίνας και θα συνεχίζεται μέχρι και τον Ιούλιο για θύματα ενοοικογενειακής βίας στην Αθήνα (τηλ.: 210 5210645 Δευτέρα-Παρασκευή 9-4 μμ, oles.asfaleis@athens.gr).

Γιατί αργούν να φύγουν;
Κάποιος εύλογα θα σκεφτεί: Οι γραμμές SOS και τα κέντρα συμβουλευτικής υπάρχουν πανελλαδικά, οι ψυχολόγοι και οι δικηγόροι των αρμόδιων φορέων προσφέρουν δωρεάν υποστήριξη, γιατί τότε τα θύματα παραμένουν με τον κακοποιητή τους; «Απαιτεί πολύ δύναμη να φύγεις από μια τέτοια σχέση» έγραψε η Kim στα social media με το #YouAreNotAlone (βρετανική καμπάνια ευαισθητοποίησης κατά της βίας εν μέσω Covid-19) δείχνοντας τα μαυρισμένα από το ξύλο μάτια της στη φωτογραφία. Προσπαθώντας να σκιαγραφήσει το προφίλ του θύματος, η ψυχολόγος της γραμμής SOS 15900 της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ) εξηγεί (διατηρεί την ανωνυμία της για προστασία): «Εμπειρικά μιλώντας, όσες καλούν στη γραμμή SOS 15900 συνήθως είναι θύματα μακροχρόνιας κακοποίησης είτε από τους συζύγους, είτε από τους συντρόφους. Δυσκολεύονται να απεμπλακούν, γιατί είναι εξαρτημένες οικονομικά ή συναισθηματικά, γεγονός που τις κρατά δέσμιες στη σχέση αυτή. Πολλές το έχουν επιχειρήσει στο παρελθόν, αλλά έχουν επιστρέψει. Βασικό κοινό τους συναίσθημα είναι ο φόβος, ο οποίος απορρέει από το διαρκή έλεγχο και την εξουσία που τους ασκούνται. Κάποιες δεν έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, ότι μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους. Η αίσθηση της ενοχής για τη διάλυση της οικογένειας και τη στέρηση του πατέρα από τα παιδιά είναι ακόμα ένα κοινό τους στοιχείο. Επιπλέον, η απουσία ενός υποστηρικτικού δικτύου από φίλους ή συγγενείς συμβάλλει στην παραμονή τους σε μία βίαιη σχέση. Δεν είναι λίγες οι φορές που συνυπάρχουν και ψυχικές δυσκολίες όπως άγχος, κατάθλιψη κλπ.». Όπως τονίζει η ειδικός, η διαδικασία της εξόδου από ένα τέτοιο περιβάλλον συνήθως παίρνει καιρό. Ωστόσο, η ψυχολογική υποστήριξη που πρέπει να αναζητήσει η ίδια η γυναίκα μπορεί να τη βοηθήσει να εστιάσει στον εαυτό της, να αναγνωρίσει τα δυνατά της σημεία, να βρει τρόπους να θέσει όρια σε ό,τι και όποιον αισθάνεται ότι την παραβιάζει, να επιδιώξει να έχει ένα υποστηρικτικό περίγυρο.
«Φοβόσουν τόσο πολύ τη φωνή μου, αποφάσισα να τη φοβάμαι κι εγώ», γράφει η δημοφιλής νεαρή ποιήτρια Rupi Kaur σε ένα από τα ποιήματά της για την κακοποίηση (Γάλα και Μέλι, εκδ. Λιβάνη). Έχοντας υποστεί η ίδια κακοποίηση στην οικογένειά της, γράφει για την ανάγκη του να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και να μην είμαστε αόρατες. Πράγματι, αν βάλουμε όλες τις παραμέτρους κάτω, την χαμηλή αυτοεκτίμηση του θύματος, το αίσθημα ενοχής, την έλλειψη φίλων και συγγενών, την οικονομική εξάρτηση και τόσους άλλους παράγοντες, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα γιατί είναι δύσκολο για ένα θύμα να φύγει αμέσως. Ωστόσο, η δική μας θέση ας μην είναι εκείνη του παρατηρητή. Όπως καταλήγει η πρόεδρος της ΓΓΙΦ Μαρία Συρεγγέλα, σκοπός είναι να σπάσει αυτός ο κύκλος σιωπής και όλοι να ζητήσουν βοήθεια. «Στόχος μας είναι να αφυπνίσουμε τις γυναίκες να μην ανέχονται κακοποιητικές συμπεριφορές που μπορεί να είναι ακόμη και επικίνδυνες για τη ζωή τους. Θέλουμε να τις βοηθήσουμε να μην βυθίζονται άλλο στο φόβο αλλά να μιλήσουν και να καταγγείλουν. Το ίδιο θέλουμε να κάνουν όλοι οι πολίτες, οι οποίοι γνωρίζουν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Ο γείτονας, ο φίλος, ο συγγενής, ο δάσκαλος πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι και να μην κλείνουν τα αυτιά και τα μάτια στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας που συμβαίνουν δίπλα τους».

Τα μέτρα εν μέσω Covid-19
«Τον Απρίλιο, μήνα του υποχρεωτικού εγκλεισμού στο σπίτι, οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία έφθασαν τις 648 (από 166 που ήταν τον προηγούμενο μήνα) στη γραμμή SOS 15900. Εννέα στους δέκα κάλεσαν πρώτη φορά για να καταγγείλουν ένα περιστατικό βίας. Οι γυναίκες – θύματα βίας μίλησαν με ψυχολόγους και κοινωνικούς επιστήμονες, κάποιες παραπέμφθηκαν σε συμβουλευτικά κέντρα για ψυχοκοινωνική στήριξη, ενώ 18 φιλοξενήθηκαν σε προσωρινά καταλύματα. Έχοντας εξασφαλίσει για τα θύματα και τα παιδιά τους στέγη, σίτιση, δωρεάν ιατροδικαστικές εξετάσεις (σε συνεργασία με την Ελληνική Ιατροδικαστική Εταιρία) και ιατρικές εξετάσεις για τα παιδιά (σε συνεργασία με το Χαμόγελο του Παιδιού), βοηθήσαμε όσους ζήτησαν τη στήριξή μας. Με την άρση των περιοριστικών μέτρων, όσες γυναίκες επιθυμούσαν μεταφέρθηκαν στους ξενώνες μας». Μαρία Συρεγγέλα, πρόεδρος της ΓΓΙΦ

«Πρέπει οι ίδιες να βρουν το δρόμο τους»
«Δύο πράγματα άλλαξαν στην καραντίνα: η παρατεταμένη παραμονή της οικογένειας μέσα σε ένα σπίτι και η αποκοπή των γυναικών από πιθανά στηρίγματα π.χ. η οικογένεια ορισμένων είναι στην επαρχία. Ο εγκλεισμός επιδείνωσε τις σχέσεις και έτσι πολλές γυναίκες αποφάσισαν να ζητήσουν πρώτη φορά βοήθεια. Εμείς τις ακούμε ενεργητικά, πλέον μπορούμε να τις υποστηρίξουμε νομικά και να προσφέρουμε φιλοξενία σε 4 άτομα. Έχουμε ψυχολόγους. Όμως, δεν τους λέμε τι να κάνουν. Πρέπει οι ίδιες να βρουν το δρόμο τους. Αυτό που εύχομαι να αλλάξει είναι να προσφέρεται δωρεάν το τεστ για τον Covid-19 στα θύματα για να μπαίνουν εύκολα σε ξενώνες». Νίκη Ρουμπάνη, πρόεδρος στο Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, γραμμή SOS: 210 9700814.

MORE FROM

ΚΟΙΝΩΝΙΑ