Γιώργος Γούσης : «Στα Μαγνητικά Πεδία μάς χορογραφούσε η δύναμη που παράγει η συντροφιά»

Ο σκηνοθέτης του φιλμ Μαγνητικά Πεδία που ξεχώρισε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και γεμίζει τα θερινά σινεμά της Αθήνας αυτές τις ημέρες μιλά στο ELLE για αυτό το τρυφερά, συντροφικό road movie που σε φορτίζει και σε αποφορτίζει την ίδια στιγμή. Και αυτό είναι πάντα ωραίο και πραγματικά cool όταν μπορεί να το κάνει το σινεμά.

Elle 23 Μαΐ. 22
Γιώργος Γούσης : «Στα Μαγνητικά Πεδία μάς χορογραφούσε η δύναμη που παράγει η συντροφιά»

Το Μαγνητικά Πεδία είναι η ελληνική ταινία που ξεχώρισε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αποσπώντας 7 βραβεία, ενώ είναι υποψήφια σε επτά κατηγορίες στα Κινηματογραφικά Βραβεία Ίρις. Πριν από λίγες ημέρες έκανε πρεμιέρα στα θερινά της Αθήνας μαγνητίζοντας τους θεατές με ένα ιδιαίτερο, τρυφερό φορτίο, από αυτό που το κουβαλάς με γλύκα και δε θες ακριβώς να το αποχωριστείς, δεν θες ακριβώς να το κουβαλήσεις. Σαν να σου αρκεί, να σε παρηγορεί, η ιδέα της ύπαρξης του. Ο σκηνοθέτης τους και γνωστός κομίστας Γιώργος Γούσης μιλά στο ELLE για την ανάγκη του να κάνει ένα ελεύθερο, ζεστό σινεμά μέσω του οποίου μάς είπε και την ιστορία της Ελένης και του Αντώνη. Μια γυναίκας, ενός άνδρα –και ενός αυτοκινήτου-που συναντήθηκαν ένα χειμώνα σε ένα έρημο νησί για να κάνουν λίγη παρέα.

«Δεν ξέρω αν δανείστηκα κάτι από τη φιλοσοφία των κόμικς για να κάνω σινεμά. Αλλά σίγουρα υπήρχε μεγάλη τριβή σε ό,τι έχει να κάνει με την αφήγηση της ιστορίας και την ανακάλυψή της, αλλά και με το πώς ντύνουμε τους χαρακτήρες, πώς τους στήνουμε και πώς βρίσκουμε τους τόπους για να δράσουν αυτοί. Η ουσία των ιστοριών που αφηγούμαι μέσα και από τις δύο τέχνες έχουν κοινά στοιχεία, αλλά δεν δανείζομαι -τουλάχιστον όχι εμφανώς- από τα κόμικς κάτι για να το μεταφέρω στο σινεμά. Μάλλον το αντίθετο, πάω εντελώς κόντρα με έναν τρόπο. Δεν χρησιμοποιώ στις ταινίες πράγματα που κάνω στα κόμικς. Η ενασχόληση με το σινεμά έχει να κάνει με την κούραση που νιώθω από τα τόσα χρόνια που κάνω κόμικς μόνος μου, κλεισμένος σε ένα σχεδιαστήριο, μπορώντας όμως να έχω τον έλεγχο όλων των πραγμάτων. Στο σινεμά έχει κόσμο, εξωστρέφεια και προβλήματα που μου αρέσουν. Η περιπέτεια, η αδρεναλίνη που έχει, κάπως με ιντριγκάρουν, με κινητοποιούν. Το ίδιο κάνουν και τα προβλήματα που υπάρχουν ή μπορεί να προκύψουν που με κρατάνε σε εγρήγορση. Στα κόμικς έχεις τον απόλυτο έλεγχο, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στα Μαγνητικά Πεδία, μεταφορικά και πρακτικά, ήταν η αρχή. Να καταφέρουμε να ξεκινήσουμε, δηλαδή, μιας και υπήρχαν καραντίνες, απαγορεύσεις, όρια στις μετακινήσεις. Και μιλάμε για μια ταινία low budget. Δύσκολο, επίσης, ήταν να σηκωθούμε, να φτιάξουμε τα πράγματά μας και να μετακινηθούμε με ασφάλεια, χωρίς να μας σταματήσουν στον δρόμο. Όλα τα άλλα ήταν προβλήματα που ξέραμε ότι αργά ή γρήγορα θα αντιμετωπίζαμε. Το βασικό πρόβλημα ήταν να μπορέσουμε να φτάσουμε στο νησί. Να πάμε εκεί. Να μαζέψουμε τα πράγματά μας εφτά οχτώ άνθρωποι και να ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Μπορεί να ήμασταν στην αρχή αμήχανοι και να το ψάχναμε, αλλά αυτό ήταν μέρος της διαδικασίας. Δεν αισθανόμασταν φόβο γι’ αυτό, το αντίθετο. Όσο πιο πολύ δενόταν η ομάδα, τόσο απελευθερωνόμασταν. Αισθανόμασταν ότι ήμασταν μπροστά σε κάτι ενδιαφέρον, ότι βιώναμε κάτι που μας γέμιζε και ελπίζαμε να περάσει αυτό και στην ταινία. Ακριβώς επειδή ήταν μια ταινία low budget, κανένας δεν περίμενε κάτι από εμάς. Δεν υπήρχαν υποχρεώσεις, δεν χρωστούσαμε λεφτά. Ακόμη και αν δεν συνέβαινε κάτι, ακόμη και αν δεν προέκυπτε ταινία, δεν θα γινόταν τίποτα, θα ήμασταν και πάλι εντάξει. Και να αποτυγχάναμε δεν θα άλλαζε τίποτα. Κανείς δεν θα έχανε κάτι. Δεν είχαμε τέτοια βάρη. Η τάση μας ήταν να ξεκινήσουμε και ό,τι προέκυπτε.

Ακούγεται πράγματι πολύ ελεύθερο όλο αυτό και έτσι ήταν. Αυτή ήταν η επιλογή. Δεν ήταν κάτι που έτυχε. Δεν έγινε επειδή δεν είχαμε budget. Μπορείς να έχεις ελάχιστα λεφτά και να είναι όλα προσχεδιασμένα και να έχεις πολλά λεφτά και πάλι να μην έχεις σχεδιάσει οτιδήποτε. Εμείς αποφασίσαμε ότι θα κάνουμε ένα ταξίδι. Μια περιπέτεια, και θα φέρναμε στην ταινία ότι συλλογικό και ατομικό ταυτόχρονα μας προέκυπτε. Ένα πράγμα που θα το ανακαλύπταμε στην εξέλιξή του και στην κατασκευή του. Και επειδή ήμασταν μικρό συνεργείο, είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε αλλαγές επιτόπου και να είμαστε αυθόρμητοι. Να σταματήσουμε, για παράδειγμα, στη μέση ενός δρόμου και να ξαναγυρίσουμε μια σκηνή ή να δημιουργήσουμε μια νέα. Δεν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η πρώτη μου ταινία, γιατί παράλληλα γύριζα και ένα ντοκιμαντέρ, τον Χειροπαλαιστή. Το ντοκιμαντέρ σε μαθαίνει ότι δεν μπορείς να ελέγξεις απόλυτα τα πράγματα και κάπως έτσι μάθαμε να αφηνόμαστε σε αυτό που μας δίνει η ίδια η στιγμή κάθε φορά. Οπότε αυτή η λογική ήταν κάπως γνώριμη για μένα. Δεν αισθάνθηκα κάποιο φόβο απέναντι σε αυτό. Πήγαμε στην Κεφαλονιά όπου έγιναν τα γυρίσματα και δεν ξέραμε αν θα είναι μια μικρού ή μια μεγάλου μήκους φιλμ. Αν θα βγει ταινία, αν δεν θα βγει, αν θα βγει κάτι άλλο. Απλώς προέκυψε. Ήξερα όμως ότι θα πηγαίναμε εκεί για να κάνουμε ένα road movie, μια ταινία δρόμου.

Πολλοί είδαν σε αυτό μια ερωτική ιστορία. Εγώ θεωρώ ότι είναι μια ταινία για τη συντροφιά και όχι για τον έρωτα. Για δυο ανθρώπους που συναντιούνται και η παρέα που κάνουν και η χημεία που προκύπτει μεταξύ τους τους κάνει να θέλουν λίγο ακόμα να είναι μαζί, μέχρι να μη μπορεί πλέον αυτό να συμβεί. Ξέραμε τους δύο χαρακτήρες, την υπόστασή τους, κάποια χαρακτηριστικά και -με λίγα λόγια- τι είναι αυτό με το οποίο συστήνονται στην αρχή της ταινίας. Για τη γυναίκα ξέραμε ότι είναι μια γυναίκα που αλλάζει δρόμο αφού είδε τον εαυτό της σε μια αντανάκλαση και δεν τον αναγνώρισε. Ο άντρας έχει μια πρακτική αποστολή: να μεταφέρει ένα κουτί με κόκαλα μιας σχεδόν άγνωστης σε αυτόν γυναίκας στην πατρίδα της για να τα θάψει. Ξέραμε τα μέρη, είχαμε την αίσθηση, την αρχή, τη μέση και το τέλος. Και κάπως έτσι αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε τις σκηνές.


Όταν λέω ότι πήγαμε εκεί και ήμασταν ελεύθεροι δεν σημαίνει ότι ήμασταν ανοργάνωτοι. Ξέραμε τον πυρήνα της ιστορίας και πολύ καλά μάλιστα, απλώς παράλληλα αφηνόμασταν και σε κάτι που δεν είχαμε καν φανταστεί. Διάφορες σκηνές προέκυψαν γιατί κάτι είπαν οι ηθοποιοί, που μας πήγε σε κάτι άλλο. Αντιδρούσαμε και αλληλοεπιδρούσαμε σαν σε χορογραφία με τη δύναμη που παράγει η συντροφιά. Από την ενέργεια που δημιουργείται μεταξύ δύο ανθρώπων που ζουν το “μαζί”. Από τη μαγνητική ενέργεια που τους φέρνει κοντά και δεν τους αφήνει να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο. Και υπάρχει και κάτι άλλο ανάμεσα σε αυτούς τους δυο. Ο ένας ξεφορτώνει τον άλλο, λυτρώνουν και παρηγορούν ο ένας τον άλλο. Δεν επιβάλλεται, δεν τον θέλει εγωιστικά όπως συμβαίνει με τον έρωτα. Όλη αυτή η ενέργεια έχει να κάνει και με ποιότητες όπως η τρυφερότητα και η ελευθερία. Γιατί αυτό βιώναμε και κατά τα γυρίσματα: το συναίσθημα της ελευθερίας, της δημιουργικότητας, της τρυφερότητας μεταξύ μας. Λέγαμε ότι αν περάσει στο φιλμ αυτό που νιώθουμε εμείς, θα είναι κέρδος. Αυτό που εγώ προσωπικά αισθανόμουν κατά τη δημιουργία της ταινίας ήταν αδρεναλίνη, άγχος και ταυτόχρονα ευτυχία. Μια ηδονή πολύ διαφορετική από την ερωτική ηδονή. Ήταν η ηδονή της δημιουργίας. Παράλληλα ήμουν πολύ συναισθηματικός – που δεν το συνηθίζω. Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να ελέγξω τα συναισθήματα μου. Σε ελεύθερη χορογραφία και αυτά.


Και οι δύο χαρακτήρες έχουν συνείδηση του εαυτού τους. Και αυτό είναι cool με έναν τρόπο. Αυτοί οι δυο άνθρωποι βρίσκονται σε ένα σημείο της ζωής τους, σε ένα μεταίχμιο, και έχουν καταλάβει με έναν τρόπο τι είναι και μεταβάλλονται προς κάτι άλλο. Τους πετυχαίνουμε σε μια κομβική στιγμή γι’ αυτούς και αυτό ίσως είναι το πιο cool πράγμα στον κόσμο, όταν συμβαίνει. Να έχεις αποδεχτεί αυτό που είσαι και να αρχίσεις να αισθάνεσαι ελευθερία και ασφάλεια μέσα σε αυτό χωρίς να παριστάνεις τον άνετο, τον ισχυρό, τον άνθρωπο που έχει λύσει όλα του τα προβλήματα. Αυτή η απελευθέρωση σε κάνει cool, αλλά όχι με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει. Σε κάνει cool γιατί είσαι ειλικρινής. Έχεις φτάσει σε μια κατανόηση του εαυτού σου και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να έχεις αυτή τη λοξή ματιά που σου επιτρέπει να παρατηρείς, τους άλλους, το περιβάλλον, τα πράγματα όπως συμβαίνουν. Κάνω έναν χαζό και απλοϊκό διαχωρισμό. Πιστεύω ότι υπάρχουν οι άνθρωποι που γίνονται πιο όμορφοι όσο περνάει η ώρα και αυτοί που γίνονται πιο άσχημοι όσο περνάει η ώρα. Η Έλενα και ο Αντώνης στην ταινία, όσο τους παρατηρείς, τόσο όμορφοι γίνονται.

Γυρίσαμε αυτή την ταινία με μια miniDV κάμερα γιατί ήταν η πιο φτηνή επιλογή που είχαμε. Η αίσθηση όμως που είχα όταν φιλμογραφούσαμε ήταν μια αίσθηση ταξιδιάρικη. Δημιουργούσε την ατμόσφαιρα μια αίσθηση ανάμνησης και μια ιμπρεσιονιστική αισθητική που ταίριαζε στην ατμόσφαιρα. Δεν ξέρω από την άλλη, αν ήταν μια υποσυνείδητη και αυτόματη αντίδρασή μας απέναντι στην υπερχρησιμοποίηση του internet, των ψηφιακών μέσων ή των τηλεφώνων.

Η αποδοχή στο φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μου προκάλεσε αρχικά αμηχανία. Ήταν κάτι τρομερά απρόσμενο. Άλλωστε όπως είπα και πριν, η ταινία έγινε για κανένα λόγο. Δεν περιμέναμε τίποτα από αυτή. Βήμα-βήμα προέκυπταν και ανακαλύπταμε τα πράγματα, όπως για παράδειγμα ότι θα γίνει μεγάλου μήκους, ότι άρεσε σε έναν άνθρωπο, ότι θα πάει σε φεστιβάλ, ότι θα πάρει κάποιο βραβείο, ότι θα βγει στις αίθουσες. Φυσικά, νιώθεις χαρά που αυτό που έκανες επικοινωνεί και λέει κάτι και σε κάποιον άλλον, αλλά όλα αυτά δεν υπήρχαν καν στο τραπέζι όταν ξεκινούσαμε να κάνουμε αυτή την ταινία. Για να είμαι ειλικρινής υπήρχε μια ανησυχία ως προς τη διαχείριση. Γιατί δεν είναι ούτε η επιτυχία, ούτε η αποτυχία αυτό που τελικά καθορίζει αυτό που κάνουμε, αλλά ο τρόπος που το διαχειριζόμαστε. Και τα δυο μπορεί να σε οδηγήσουν σε καταστροφή ή σε μια ανακάλυψη. Αυτή η σκέψη είναι το δικό μου φορτίο που θα κουβαλάω από όλη αυτή τη διαδικασία.

Θα κρατήσω το ότι οι ταινίες ανακαλύπτονται. Έχω βάλει στο «κουτί μου» να κρατήσω τον τρόπο, την ίδια στάση, τη ίδια ζέση και αυτή την ελευθερία και για την επόμενη. Να καταφέρω να διατηρήσω την ίδια ανακάλυψη πίσω από κάθε στάδιο. Να θυμάμαι πάντα να μπορώ να χορεύω κινηματογραφικά αντιδρώντας κάθε φορά στον ρυθμό που θα προκύπτει. Να χορεύω εγώ και οι άνθρωποι γύρω μου στο ρυθμό της κάθε ανακάλυψης.

Ο Χειροπαλαιστής, το ντοκιμαντέρ που υπήρξε μικρού μήκους για να γίνει μεγάλου αργότερα-επειδή έτσι τα έφερε η ζωή- ακολουθώντας αυτή την ίδια φιλοσοφία δονείται από την κίνηση της ατέρμονης ταλάντωσης ανάμεσα στην ήττα και την νίκη. Δεν είχαμε την πρόθεση και το σκοπό να κάνουμε ένα ταξικό ντοκιμαντέρ. Η βεντάλια της κοινωνίας που εμφανίζεται υπήρχε. Δεν θα μπορούσαμε να την εξαφανίσουμε, αλλά ο τρόπος που την χειριστήκαμε αναγνωρίζω ότι είναι μια πράξη αρχικά αφηγηματική και έπειτα πολιτική, αλλά δεν υπήρχε ως κίνητρο να κάνω ένα ταξικό σινεμά. Ο Χειροπαλαιστής επειδή ήταν η πρώτη προσπάθεια, το μόνο κίνητρο που υπήρχε ήταν η ίδια η πράξη της κινηματογράφησης. Να καταγράψουμε με κάμερα την ιστορία ενός ανθρώπου. Αν όλα πάνε καλά, και ο Χειροπαλαιστής θα βγει στα σινεμά το φθινόπωρο. Γιατί αυτός είναι ο σκοπός των ταινιών. Φτιάχνονται για να φτάσουν στους θεατές, να κάνουν τον κύκλο της με όποιο τρόπο μπορέσουν: μέσα από φεστιβάλ, από μια αίθουσα, μέσα από μια πλατφόρμα. Με όποιον τρόπο και να φτάσει εκεί που πρέπει εμείς θα είμαστε χαρούμενοι. Χαρούμενοι θα ήθελα να είναι και οι θεατές. Γιατί αυτό νιώθω ότι είναι η αποστολή του σινεμά. Να έχει ωραία εικόνα, γεύση, να σου αφήνει, αλλά να παραμένει διασκέδαση και απόλαυση».

Info: Στην ταινία Μαγνητικά Πεδία πρωταγωνιστούν η Έλενα Τοπαλίδου και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και παίζεται στους κινηματογράφους. Αργότερα θα είναι αργότερα και στην πλατφόρμα του Cinobo.

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!