Follow us

Search

Marieke Lucas Rijneveld «Το Δυσφορεί η Νύχτα έπρεπε να γραφτεί, να βγει από μέσα μου για να μπορώ να γράψω οτιδήποτε άλλο».

Ο/η Marieke Lucas Rijneveld* είναι ο/η νεότερος/η και πρώτος/η συγγραφέας από την Ολλανδία που κέρδισε το διεθνές βραβείο Booker, το οποίο πρώτη φορά απονεμήθηκε σε non binary άτομο, για το βιβλίο Δυσφορεί η Νύχτα που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα (εκδ. Ίκαρος). Με αυτή την αφορμή, μιλάμε μαζί του/της για τις αναστρέψιμες πληγές, την παρηγοριά, την ταυτότητα φύλου, τη φαντασία, αλλά και τις λέξεις.

Marieke Lucas Rijneveld «Το Δυσφορεί η Νύχτα έπρεπε να γραφτεί, να βγει από μέσα μου για να μπορώ να γράψω οτιδήποτε άλλο».

Το πένθος από την απώλεια ενός μέλους κατατρώει μια οικογένεια που είναι ήδη καταφαγωμένη από τις συντηρητικές ρίζες της. Όλα της πενθούν: τα υπόλοιπα μέλη της, το σπίτι, η φάρμα τους, ο στάβλος, οι αγελάδες, οι ρίζες, τα ξύλα, τα βατράχια. Τα σώματά τους πενθούν, η πείνα και η δίψα τους. Οι θεοί που πιστεύουν, αδιαφορούν. Τα βιβλία που διαβάζουν, πενθούν κι αυτά. Το πένθος πλένει τα πιάτα στον νεροχύτη, πήζει το γάλα, φτιάχνει την πέτσα στο γιαούρτι, σαπίζει τις ρίζες στο μποστάνι, ξεφλουδίζει τις πατάτες, σβήνει τα Χριστούγεννα, τις γεύσεις, βάζει βαρίδια στις άκρες των χειλιών, θρέφει την ενοχή και την ντροπή, κάνει τραχιά και τσόχινα τα ρούχα, ζαρώνει το δέρμα. Το πένθος συντηρεί στη σόμπα τη φωτιά, λερώνει την ποδιά της μάνας, καίει το τσιγάρο του πατέρα. Το πένθος μπαίνει από κάθε τρύπα τους, διαλύει τα λύπη στα ταψιά, κρατάει τα ρούχα στο σχοινί της μπουγάδας, πλέκει τα τσουρέκια, βάζει φίλτρο στις φωτογραφίες. Το πένθος τους κλέβει τους ήχους των φιλιών και των λίγων χαδιών μοιράζονταν. Τους αρμέγει. Τους αφήνει κρεμασμένους ανάποδα σαν σφαγμένα ζώα με τη γλώσσα στα δεξιά. Δυσφορούν και ψάχνουν χώρο για τη λύπη τους, αλλά η λύπη τους είναι παντού και τους παγώνει. Αργά και δορυφορικά, σε μια νύχτα που δεν ξημερώνει επειδή ο ήλιος δεν ανατέλλει αν δεν του το υποσχεθείς. Στην Τζάκετ, την αφηγήτρια του βιβλίου, δεν της υπόσχεται κανείς αυτό το ξημέρωμα.

Το Δυσφορεί η Νύχτα είναι ένα ημι-βιογραφικό βιβλίο. Το γράψιμο και η κυκλοφορία του ήταν μια κάθαρση για εσάς;

Πέρασα έξι χρόνια γράφοντάς το. Ήταν μια περίοδος δοκιμών και λαθών. Υπάρχουν πράγματι πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο, αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικό. Αγωνίστηκα αρκετά και υπήρχε πάντα ο φόβος μήπως βλάψω την οικογένειά μου. Αυτός ο φόβος συνεχίστηκε ακόμη και όταν βγήκε το βιβλίο. Επίσης, ένιωσα ένα είδος θλίψης γιατί έπρεπε να αποχαιρετήσω τους ήρωες που ήταν μαζί μου για έξι χρόνια. Ξαφνικά έπρεπε να τους παραδώσω έξω στον κόσμο. Το βρήκα πολύ δύσκολο. Παράλληλα, όμως, υπήρχε και ένα είδος χαράς και ανακούφισης από την ολοκλήρωση του επιτεύγματος. Πλέον μπορούσα να προχωρήσω. Να κοιτάξω μπροστά. Το Δυσφορεί η νύχτα έπρεπε να γραφτεί, να βγει από μέσα μου για να μπορώ να γράψω οτιδήποτε άλλο.

Πρόκειται για ένα βιβλίο για τη θλίψη και το τραύμα. Αφορά επίσης την αγάπη και την αίσθηση. Υπάρχει πολύς πόνος σε αυτό. Αισθάνεστε ότι το γράψιμο ήταν ένα θεραπευτικό εργαλείο για εσάς;

Το γράψιμο είναι τα πάντα για εμένα, είναι το δικό μου δικαίωμα. Γράφοντας υπάρχω και μπορώ να υπάρχω. Είναι, επίσης, ένα είδος εμμονής. Είναι κάτι που πρέπει να κάνω για να αισθάνομαι καλά. Είναι υπέροχο. Μπορείς να κρυφτείς, αλλά και να κρύβεις κάτι σε έναν κόσμο γεμάτο από λέξεις. Πράγματι, ξεκίνησε ως ένα είδος θεραπείας, αλλά τώρα έχει γίνει πολλά περισσότερα. Είναι μια χειρολαβή. Η γραφή με βοηθά να καταλάβω καλύτερα τον κόσμο και τον εαυτό μου.

Κάποιες από τις αυστηρές θρησκευτικές αξίες της παιδικής σας ηλικίας έμειναν μαζί σας;

Νομίζω ότι οι Δέκα Εντολές θα περιπλανιούνται για πάντα στο μυαλό μου. Αλλά υπάρχουν ωραία νοήματα πίσω από τις λέξεις τους και μεταξύ αυτών. Ωστόσο, νομίζω ότι πλέον βλέπω την πίστη διαφορετικά από ό,τι όταν ήμουν παιδί. Τώρα βλέπω τη Βίβλο ως ένα όμορφο, συμβολικό βιβλίο. Ένα βιβλίο που μου χάρισε τελικά την αγάπη για τη γλώσσα και τις λέξεις.

Η λογοτεχνία ήταν σαν μια εναλλακτική οικογένεια για εσάς; Τι άλλο είναι;

Ήταν κυρίως ένας τρόπος να ξεφύγω, να νιώθω ελευθερία. Θα μπορούσα να ζήσω σε ένα βιβλίο. Η λογοτεχνία ήταν το σπίτι μου, και είναι ακόμα. Όταν γράφω ή διαβάζω, ξεχνώ τα πάντα γύρω μου. Το φοβερό με τη λογοτεχνία είναι ότι δεν υπάρχει ένας μόνο κόσμος. Υπάρχουν πολλοί και είμαστε ευπρόσδεκτοι σε όλους. Μερικές φορές θέλουμε να μένουμε εκεί και άλλες θέλουμε απλώς να βγούμε. Όλα επιτρέπονται. Δεν υπάρχουν κανόνες. Και είναι ένα μέρος όπου όλα είναι δυνατά και η φαντασία είναι ευπρόσδεκτη. Αυτό ήταν και είναι σημαντικό για εμένα. Μέσω της λογοτεχνίας και της γραφής έμαθα να διαχειρίζομαι και να αφήνω ελεύθερη τη φαντασία μου και να μην την αντιλαμβάνομαι ως κάτι παράξενο ή τρομακτικό, αλλά ως κάτι όμορφο, σαν ένα είδος δώρου.

Η επιλογή ή μη επιλογή στην ταυτότητα φύλου μας είναι μια απελευθέρωση. Πόσο σημαντική ήταν για εσάς αυτή η γνώση;

Ζωτικής σημασίας. Τώρα αισθάνομαι απόλυτη ελευθερία. Είναι τόσο σημαντικό να μπορείς να είσαι αυτό που βλέπεις σ’ εσένα. Μόνο τότε μπορείς να μεγαλώσεις ως άτομο. Εξακολουθώ να αγωνίζομαι με την ταυτότητα του φύλου μου, αλλά τώρα το βλέπω περισσότερο ως αναζήτηση παρά ως μια επίπονη προσπάθεια. Και τώρα ζω περισσότερο γνωρίζοντας ότι είναι η επιλογή μου, και πως ό,τι κι αν γίνει, η επιλογή είναι σωστή, γιατί την έκανα εγώ και κανένας άλλος.

Η Τζάκετ μας αφηγείται την ιστορία της, καθώς ο θάνατος του αδελφού της στέλνει την οικογένεια σε μια δίνη θλίψης που την τραυματίζει. Είναι τα τραύματα της παιδικής ηλικίας αναστρέψιμα;

Νομίζω ότι οι πληγές είναι αναστρέψιμες, αλλά παραμένει πάντα μια ουλή ορατή. Κανείς δεν περνάει από τη ζωή αλώβητος και χωρίς σημάδια. Ακόμα και αν κανείς δεν θέλει τον πόνο και τη θλίψη. Πιστεύω, όμως, ότι οι πληγές μάς κάνουν πιο δυνατούς. Στην αρχή, μια πληγή είναι ευαίσθητη, αλλά επουλώνεται. Μετά μένει μόνο η μνήμη όταν κοιτάζουμε την ουλή, και τότε μπορεί μερικές φορές να αισθανθούμε ότι το τραύμα ανοίγει ξανά. Ταυτόχρονα, ακόμη και έτσι υποδηλώνει τη δύναμη ότι τα καταφέραμε. Όταν ένα παιδί βιώνει κάτι κακό, θα το φέρει για πάντα μέσα του. Το σημαντικό είναι να υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που να μπορούμε να το μοιραστούμε. Μόνο οι άνθρωποι μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση. Υπό αυτή την έννοια οι πληγές είναι αναστρέψιμες, αρκεί να μην τις κρύβουμε από τους ανθρώπους, να μην τις κρατάμε κρυφές, διότι, όπως και με το σπάσιμο στον γύψο, θεραπεύεται λιγότερο γρήγορα.

Φαίνεται και στο Δυσφορεί η Νύχτα ότι σας απασχολεί η μνήμη. Είναι θεραπευτικό εργαλείο για εσάς, ακόμα και για την απώλεια;

Χάνω τον κόσμο κάθε μέρα. Σχεδόν όλα όσα έκανα χθες έχουν εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό. Αυτό το είχα από παιδί. Θα μπορούσα να μάθω κάτι, για παράδειγμα, και την επόμενη μέρα δεν ήξερα πώς να το κάνω πια. Αυτός είναι πιθανώς ένας από τους λόγους που άρχισα να γράφω, για να διατηρώ τα πάντα μαζί μου και μέσα μου. Τώρα δεν χρειάζεται πλέον να ανησυχώ μήπως χάσω κάτι, γιατί μπορώ να το διαβάσω ξανά. Στην πραγματικότητα, ό,τι κάνω είναι ένα είδος μνημείου. Η απώλεια είναι μέρος της ζωής, αλλά και η διατήρηση επίσης. Είναι μια ισορροπία. Έχανα τόσο πολλά, που έπρεπε να βρω κάτι για να τα κρατήσω μαζί μου. Το γράψιμο ήταν εκεί για να τα καταφέρω. Ευτυχώς, δεν έχω χάσει τίποτα από τότε.

Η Τζάκετ δεν είχε παρηγοριά. Για εσάς τι είναι παρηγοριά; Είναι ένα είδους ταλέντου;

Σε ένα ποίημά μου έχω γράψει: «Στη συνέχεια, η παρηγοριά ήταν σαν το πάρκινγκ, το να μετράς είναι γνώση, αλλά μερικές φορές η εκτίμησή σου είναι πολύ στενή, και έτσι συνεχίζεις να ψάχνεις για το σωστό μέρος, μερικές φορές μια αγκαλιά μπορεί επίσης να απαιτεί αρκετούς κύκλους μεταξύ μας». Νομίζω ότι το βλέπω έτσι. Η προσφορά παρηγοριάς δεν είναι ένα από τα ταλέντα μου, αλλά μπορώ να το κάνω μέσα από τη δουλειά μου. Ο καθένας πρέπει να βρει το δικό του όχημα για να προσφέρει παρηγοριά. Εγώ το έκανα γράφοντας γι ‘αυτή.

Μάθαμε καλύτερα τον ορισμό της μοναξιάς και της επικοινωνίας εν μέσω της πανδημίας;

Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της μοναξιάς και της αίσθησής της. Στην πανδημία, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει πώς είναι να είσαι μόνος, να μη βλέπεις κανέναν. Νομίζω ότι πήραμε μια γεύση από αυτό και μάθαμε πόσο σημαντικό είναι να έχουμε ανθρώπους γύρω μας. Εκείνοι που ήταν ήδη μοναχικοί, τα κατάφεραν καλύτερα. Ελπίζω να φροντίσουμε αυτούς τους ανθρώπους περισσότερο από εδώ και στο εξής. Και όταν μιλάμε για μοναξιά, καλό είναι να ρωτάμε και να μιλάμε ο ένας στον άλλο γι’ αυτή.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή για εσάς κατά τη διάρκεια της πανδημίας;

Νομίζω η αβεβαιότητα, καθώς ο κόσμος ξαφνικά άλλαζε. Στην αρχή φοβόμουν κυρίως ότι οι άνθρωποι γύρω μου θα αρρωστήσουν. Αυτός ο φόβος έχει πλέον υποχωρήσει. Επίσης, δυσκολεύτηκα γιατί όλα όσα έκανα -συναυλίες, βόλτες στη φάρμα με τις αγελάδες, αθλήματα- ξαφνικά έπρεπε να τα σταματήσω. Αλλά μου έφερε επίσης κάτι όμορφο αυτή η περίοδος. Έγραψα το δεύτερο μυθιστόρημά μου σε εκείνες τις αβέβαιες στιγμές.

Τι μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτό;

Το νέο μου μυθιστόρημα είναι η ιστορία ενός κτηνιάτρου και της «εκλεκτής» του, της κόρης ενός αγρότη. Κατά τη διάρκεια ενός καυτού καλοκαιριού, πλησιάζουν ο ένας τον άλλο επειδή θέλουν να ξεφύγουν από την ιδιοτροπία και την αδράνεια της αγροτικής ζωής και επειδή θέλουν να απαλλαγούν από ό,τι κακό έχει σπαρθεί μέσα τους. Κατά τη διάρκεια αυτού του καλοκαιριού αναπτύσσεται μια ψυχαναγκαστική γοητεία μεταξύ τους. Το “Mijn Lieve Gunsteling» (My Dear Favourite) είναι μια θλιβερή, αλλά τρομακτική ιστορία απώλειας, απαγορευμένης αγάπης, μοναξιάς και ταυτότητας.

Το Δυσφορεί η Νύχτα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

* Ο/Η συγγραφέας δεν επιθυμεί να προσδιορίζεται με βάση τη δυαδικότητα των φύλων.
 credit photo: Jeroen Jumelet 

MORE FROM

ΤΕΧΝΗ