Menu

Amityville: Το Ξύπνημα

Απελπισμένη μητέρα (Τζένιφερ Τζέισον Λι) παίρνει τα παιδιά της για να μείνουν στο διαβόητο σπίτι στο Άμιτιβιλ της Νέας Υόρκης, με την ελπίδα οι σκοτεινές δυνάμεις που κατοικούν εκεί να βοηθήσουν ώστε το ένα από αυτά να ξυπνήσει από το κώμα. Κοινότοπη συνέχεια της γνωστής σειράς ταινιών τρόμου, στην οποία «πρωταγωνιστεί» ένα από τα διασημότερα στοιχειωμένα σπίτια των αμερικανικών αστικών μύθων.

Στο διαβόητο σπίτι στο Άμιτιβιλ, εκεί όπου τέσσερις δεκαετίες πριν διαπράχθηκε ένα από τα πιο αποτρόπαια οικογενειακά εγκλήματα της αμερικανικής ιστορίας, η Τζόαν μετακομίζει μαζί με τα τρία της παιδιά, ελπίζοντας πως οι απόκοσμες δυνάμεις του σπιτιού θα βοηθήσουν να ξυπνήσει από το κώμα ο νεαρός γιος της, Τζέιμς. Όταν εκείνος επανέρχεται σαν από θαύμα, η δίδυμη αδερφή του Μπελ, η οποία κουβαλάει τις δικές τις ενοχές για το ατύχημα που είχε ο Τζέιμς δύο χρόνια πριν, θα κληθεί να σώσει την οικογένειά της από το απόλυτο κακό που φωλιάζει στα θεμέλια του σπιτιού.

η ταινία φέρνει τον θεατή ενώπιον μιας γνώριμης συνταγής που όσο περισσότερο επιστρατεύεται, τόσο σπανιότερα πετυχαίνει

Το αίμα που χύθηκε στο σπίτι της οδού Όσιαν το 1974, έγινε γρήγορα αστικός μύθος, έπειτα βιβλίο και τελικά ένα μέτριο κινηματογραφικό franchise τρόμου, αρχής γενομένης από το «The Amityville Horror» (1979) με τον Τζέιμς Μπρόλιν. Η τέταρτη ταινία της σειράς, το «Amityville: Το Ξύπνημα» σε σκηνοθεσία Φρανκ Καλφούν («Maniac»), γίνεται η πρώτη που εκτυλίσσεται στο σήμερα, επιχειρώντας να χτίσει πάνω στην αναγνωρισιμότητα των προηγούμενων φιλμ.

Τυπική ιστορία στοιχειωμένου σπιτιού, το νέο «Amityville» καταφέρνει ως ένα σημείο να φανεί απλώς καλύτερο από το ομολογουμένως άστοχο ριμέικ του «The Amityville Horror» (2005) με τον Ράιαν Ρέινολντς. Ωστόσο, καθώς εισάγει το στοιχείο του δαιμονισμού στο «παιχνίδι», οι συγκρίσεις ακόμα και με τα πρόσφατα, κατά πολύ ανώτερα και σαφώς πιο συνεκτικά «Insidious» και «Conjuring» αρκούν για να αναδείξουν τις ουκ ολίγες αδυναμίες του.

Ήρωες που οδηγούνται με αφοπλιστική αφέλεια στο στόμα του λύκου, υπερβολική χρήση ψηφιακών εφέ, η προβλεψιμότητα των jump scare και κυρίως η παραδοσιακή δυσκολία των περισσότερων μεταφυσικών ταινιών τρόμου να κλείσουν τίμια την ιστορία τους κατά την τρίτη πράξη δίχως σεναριακές ακροβασίες, φέρνουν τον θεατή του «Ξυπνήματος» ενώπιον μιας γνώριμης συνταγής που όσο περισσότερο επιστρατεύεται, τόσο σπανιότερα πετυχαίνει. Κι αν η παρουσία της Τζένιφερ Τζέισον Λι στο ρόλο της μητέρας προσπαθεί να δώσει μία ώθηση, η Μπέλα Θορν (παίζει την Μπελ) και ιδίως η αψυχολόγητη exploitation λογική με την οποία την καδράρει η κάμερα, δε βοηθούν ώστε να σωθεί από την κοινοτοπία ένα φιλμ τρόμου με εξαιρετικά αραιή ατμόσφαιρα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search