Menu

Cake

Η Κλερ έχει απομακρύνει τους πάντες και ζει απομονωμένη. Έξι μήνες πριν έχασε το παιδί της και η οικογένειά της διαλύθηκε. Μία ακόμη τραγωδία θα την οδηγήσει στην αξιολόγηση της ζωής της. Η Τζένιφερ Άνιστον ανοίγει την όρεξη, αλλά ο σκηνοθέτης Ντάνιελ Μπαρνζ μας σερβίρει ξαναζεσταμένο...κέικ.

Η Κλερ (Τζένιφερ Άνιστον) μία καταθλιπτική, κυνική γυναίκα έχει χάσει πρόσφατα το παιδί της. Όταν μαθαίνει πως η Νίνα (Άννα Κέντρικ) από την ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης αυτοκτόνησε, αποφασίζει να προσεγγίσει την οικογένειά της, το χήρο άντρα (Σαμ Γουόρθινγκτον) και το παιδί της και να συμφιλιωθεί με την απώλεια και τους εθισμούς της.

Το «Cake» του Ντάνιελ Μπαρνζ είναι ένα συνταγογραφημένο μελόδραμα που έχει τίμιες προθέσεις, αγνά συστατικά μα δεν πετυχαίνει στο φιλμικό ψήσιμο. Η μελέτη της τραγικής απώλειας ενός παιδιού λόγω ατυχήματος (και μάλιστα υπό το πρίσμα της γονεϊκής ενοχής), είναι θέμα ευαίσθητο και σύνθετο. Ο Μπαρνζ μπολιάζει με το απαραίτητο χιούμορ το δράμα, αλλά αποστρογγυλεύει τα οξύαιχμα σημεία και διευκολύνει την αφήγηση με σεναριακές ευκολίες.

Η σύγκριση με την πρόσφατη «Απώλεια» του Τζον Κάμερον Μίτσελ είναι αναπόφευκτη και κάπου εδώ αυτό το κέικ μπαγιατεύει.

Βασικό ατού της ταινίας είναι η παρουσία της Τζένιφερ Άνιστον στον πρωταγωνιστικό ρόλο, με μία ερμηνεία που συζητήθηκε αρκετά επειδή δεν προτάθηκε στα φετινά όσκαρ.

Σε έναν ρόλο αντίστροφο της ματαιοδοξίας κάθε χολιγουντιανού σταρ, που αποφέρει όμως ποιοτικά εχέγγυα λόγω ασχημοσύνης, η Κλερ είναι μία γυναίκα που οι επιδερμικές χαρακιές και ο σωματικός της πόνος αντικατοπτρίζουν τα ψυχικά σημάδια και το αποστραγγισμένο της συναίσθημα.

Στην παράδοση που θέλει τους ηθοποιούς (και ειδικά της γυναίκες) να τσαλακώνονται πρώτα εμφανισιακά και δευτερευόντως ερμηνευτικά, για να κατακτήσουν ένα βραβείο υποκριτικής, η Τζένιφερ Άνιστον ερμηνεύει την πικρόχολη Κλερ με ελάχιστη φθορά και με περίσσεια φυσικότητας. Αν και ο χαρακτήρας είναι ασυμπάθιστος, το πρόσωπο της Άνιστον δημιουργεί (και εγγυάται) την απαραίτητη σύνδεση με το κοινό.

Το σενάριο του Πάτρικ Τόμπιν όμως, δεν βοηθά. Το εύρημα των οραμάτων της Νίνα που βλέπει η Κλερ, εξαντλείται και είναι πρόχειρο. Η συμπτωματολογία της οικογενειακής τραγωδίας είναι κλισέ και το γεγονός πως η Κλερ έχει πολλά λεφτά και ο άντρας της Νίνα τυχαίνει γοητευτικός, απλά βολικό.

Η κατάθλιψη, η φαρμακευτική εξάρτηση και οι τάσεις αυτοκτονίας της κεντρικής ηρωίδας δημιουργούν μία ισοηλεκτρική αφηγηματική γραμμή που διαρκεί σχεδόν όσο η ταινία, και δεν εναλλάσσεται ούτε στιγμή. Αποτέλεσμα είναι να παρασέρνει μονότονα την πλοκή και τους χαρακτήρες και να καταλήγει αδιάφορα σε μία αναμενόμενη κατάληξη.

Μόνο σε μία στιγμή η ταινία ορθώνεται. Και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, τελειώνει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ