Menu

Captain Fantastic

Η αναρχική φύση μιας οικογένειας έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή και σαγηνευτική καπιταλιστική πραγματικότητα, με τον σκηνοθέτη Ματ Ρος να κρατά αποτελεσματικά ελεγχόμενο το συναίσθημα και τον Βίγκο Μόρτενσεν να υποδύεται σπαρακτικά τον πάτερα που κατά πάσα πιθανότητα οι περισσότεροι από εμάς θα ήθελαν να έχουν.

Τι είναι ακριβώς η οικογένεια; Δεν είναι μήπως αυτόνομες μικρές σέχτες που αναγκάζονται να λειτουργούν στα πλαίσια ενός ευρύτερου κοινωνικού ιστού, διατηρώντας ωστόσο δεσμούς αρχέγονους, προερχόμενους μέσα από «γενετικές» τελετές μύησης; Πληρώματα μεσαιωνικών καραβιών που άλλα τσακίζονται στα βράχια, άλλα χάνονται στα βάθη της θάλασσας και άλλα επιζούν μέσα από την καταιγίδα της ζωής και της καθημερινότητας; Με καπετάνιους-πατρικές φιγούρες που τους υπακούς τυφλά χωρίς ακριβώς να ξέρεις γιατί, που αγαπάς να μισείς και ζεις για τη στιγμή που θα οργανώσεις την ανταρσία, η οποία παρεμπιπτόντως μπορεί να μην έρθει και ποτέ;

Την προσωπική και ταυτόχρονα πανανθρώπινη ιστορία μιας (τελικά όχι και τόσο) ξεχωριστής οικογένειας, επιχειρεί να περιγράψει ο πρώην ηθοποιός και νυν σκηνοθέτης Ματ Ρος, παραθέτοντας αυτά και άλλα τόσα ερωτήματα, στα οποία μόνο άφελης θα ήταν κάποιος αν θεωρούσε ότι μπορούν να δοθούν εύκολες ή οριστικές απαντήσεις. Έχοντας ωριμάσει στιλιστικά, αλλά διατηρώντας παρόλα αυτά την απόχρωση ενός ανεξάρτητου και βαθιά συναισθηματικά φορτισμένου «προσωπικού» δημιουργήματος, ο Ρος αφηγείται με αναρχικό ρομαντισμό αλλά και μελαγχολική νοσταλγία την υπέροχη ιστορία μιας απομονωμένης οικογένειας που ζει σχεδόν πρωτόγονα (στο σώμα, άλλα όχι στο πνεύμα) στα πυκνά δάση της Βορειοδυτικής Αμερικής.

O Βίγκο Μόρτενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο ενός προοδευτικού και με ελεύθερο πνεύμα πατέρα που αναλαμβάνει να μεγαλώσει τα έξι παιδιά του στην ερημιά, το πρωί κυνηγώντας για τροφή και σκαρφαλώνοντας απόκρημνους βράχους και το βράδυ διαβάζοντας «Αδελφούς Καραμάζοφ» και αναλύοντας Μαρξ, ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα που κατά πάσα πιθανότητα έχει γεννηθεί για να παίξει. Δικαιώνοντας για ακόμη μια φορά όσους έχουν εστιάσει στην ιδιαιτερότητα των επιλογών του, καταθέτει μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του υπενθυμίζοντας συγκλονιστικά, πόσο στοργικοί αλλά και πόσο καταχρηστικοί μπορούν να γίνουν οι γονείς απέναντι στα παιδιά τους. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης (ο οποίος μεγάλωσε σε αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες της Βόρειας Καρολίνας και του Όρεγκον) ισχυρίζεται ότι το φιλμ του τελικά αναρωτιέται εάν «ο Μπεν είναι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, ή ο χειρότερος».

Ο Μόρτενσεν με τη σειρά του απλά κάνει ό,τι μπορεί (αν και βεβαίως τα συναισθήματα είναι ξεκάθαρα υπέρ του) για να κρατήσει την ισορροπία ανάμεσα στις δύο αντικρουόμενες δυνάμεις και ομολογουμένως τα καταφέρνει εξαιρετικά. Ο αντικομφορμιστής χίπι που διδάσκει τα παιδιά του κατ’ οίκον (σαν ένας άλλος Αλεξάντερ Σουπερτράμπ που όμως επιβίωσε, μεγάλωσε και έκανε οικογένεια), που μιλά σε αυτά με ευθύτητα που ίσως κανένας άλλος γονέας δεν θα έκανε, σεβόμενος την εξυπνάδα και την αντίληψή τους, που είναι διαλλακτικότατος και δείχνει μεγάλο σεβασμό στις απόψεις και τις ιδεολογίες, φτάνει μοιραία να ανακαλύπτει σοκαρισμένος (όπως άλλωστε πολλοί αριστεροί και ριζοσπάστες) ότι στην προσωπική του ζωή αποφασίζει ο ίδιος για όλους, χειραγωγώντας γνώμες.

Και ενώ η προαναγγελθείσα καταστροφή δεν αργεί να φανεί (μια επερχόμενη κηδεία αναγκάζει την παράξενη οικογένεια να πάρει τους δρόμους, μετατρέποντας το φιλμ σε ένα υπαρξιακό road movie) και ο πρωταγωνιστής λάμπει προσπαθώντας να υπερασπιστεί τις επιλογές του απέναντι σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτόν, το θεματικό οικοδόμημα στέκεται απροσδόκητα στα πόδια του, βρίσκοντας υποστηρικτές της αρχικής του στάσης από εκεί που κανείς δεν θα το περίμενε.

Πέρα από την αξιοθαύμαστη δουλειά στον τεχνικό τομέα, με την εικονογράφηση να ισορροπεί ανάμεσα στο εχθρικό και το μεγαλειώδες του φυσικού τοπίου που περιβάλλει, ίσως και προστατεύει την οικογένεια, και τα ευφάνταστα κοστούμια που κρύβουν το καθένα τη δική του ιστορία, προκαλούν ιδιαίτερη αίσθηση (όλες) οι εντυπωσιακές ερμηνείες των νέων ηθοποιών της ταινίας, με τη σκηνοθεσία να στέκεται με σεβασμό στο συναίσθημα καθεμιάς από τις ξεχωριστές τους προσωπικότητες. Η προσέγγιση δε της έννοιας «πολιτισμένη κοινωνία» γίνεται με τέτοια οξυδέρκεια, που φτάνεις και εσύ ο ίδιος να αναρωτιέσαι αν το να «σκοτώνεις» ψηφιακά για ευχαρίστηση είναι πιο φυσιολογικό από το να σκοτώνεις για να τραφείς, ή αν μοιάζει αλλόκοτο να γνωρίζεις ότι η Nike είναι πρώτα αρχαιοελληνική θεότητα και μετά μάρκα παπουτσιών.

Το «Captain Fantastic», τίτλος που τυχαία (όπως δήλωσε ο Ρος) παραπέμπει σε ένα διάσημο άλμπουμ του Έλτον Τζον, είναι ένα φιλμ από το οποίο έχεις πολλά να κλέψεις. Μπορεί να μη μιλά για σουπερ ήρωες (ή μήπως μιλά τελικά;) αλλά η «σκληρή» του ευαισθησία σε μεταφέρει από τον παράδεισο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα στο «Γουόλντεν» του Θόρω, με μια ενδιάμεση στάση στα Μακ Ντόναλντς του κοντινού σου πολυκαταστήματος. Αναρωτώμενος ακόμη και τώρα, γιατί τελικά δεν γιορτάζουμε και επίσημα την ημέρα Τσόμσκι, μελαγχολείς ακούγοντας για ακόμη μια φορά το αυτοσχέδιο «Sweet Child of Mine» του φινάλε, και δεν μπορείς να αποφασίσεις αν τα δάκρυα που σε γεμίζει είναι χαράς ή συγκίνησης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search