Menu

Child 44

Ένας αστυνομικός (Τομ Χάρντι) αναζητά το δολοφόνο παιδιών στη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, καλούμενος να αντιπαρέλθει την ακλόνητη πεποίθηση ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού πως «ο φόνος είναι μία καπιταλιστική νόσος». Τυπολατρικά αναπτυγμένο το μοτίβο του αστυνομικού θρίλερ με σαφείς πολιτικές νύξεις, το οποίο ωστόσο καταλήγει εύκολα σε μία μαύρη τρύπα ασυνεπειών και αδυναμιών.

Το «Child 44» ακολουθεί μιμητικά το μοτίβο του αστυνομικού θρίλερ που αναζητά την ταυτότητα ενός δολοφόνου, με φόντο τη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση στις τελευταίες ημέρες του Στάλιν. Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Βρετανού Τομ Ρομπ Σμιθ, ο οποίος είχε αντλήσει την έμπνευσή του από τη δράση του διαβόητου κατά συρροή μακελάρη Αντρέι Σικατίλο.

Η πλοκή επικεντρώνεται στον Λέο Ντεμίντοφ (Τομ Χάρντι), ερευνητή της αστυνομίας, ο οποίος λαμβάνει ατιμωτική μετάθεση στην επαρχεία, εξαιτίας της άρνησής του να βρει ένοχη τη γυναίκα του, Ραΐσα (Νούμι Ράπας), όταν εκείνη θα κατηγορηθεί για συνωμοσία κατά της πατρίδας τους. Ακόμα και στην εξορία, όμως, δε θα σταματήσει να ερευνά απανωτές υποθέσεις παιδιών που εξακολουθούν βρίσκονται δολοφονημένα κατά μήκος της σοβιετικής επικράτειας, ενώ το κράτος τις βαφτίζει ατυχήματα με τη φτηνή δικαιολογία πως «ο φόνος είναι καπιταλιστική νόσος». Στις προσπάθειες του Λέο συνδράμει ο τοπικός αρχηγός της Αστυνομίας, Μιχαήλ Νέστεροφ (Γκάρι Όλντμαν).

Εκκινώντας με το προβοκατόρικο τσιτάτο πως «δεν υπάρχει φόνος στον παράδεισο» και μια πρόσθετη σύντομη εισαγωγή σχετικά με το λιμό που προκάλεσε ο Στάλιν στην Ουκρανία το 1933, το «Child 44» έχει σκοπό να «δώσει» ευθύς εξαρχής στο κοινό, εν είδει έτοιμης τροφής, τον ηθικό αυτουργό των εγκλημάτων που αναζητούν επίλυση στα επόμενα λεπτά της ταινίας. Σύμφωνα με το φιλμ, είναι ο ίδιος ο Στάλιν και το σοβιετικό καθεστώς εκείνα που δημιούργησαν τον δολοφόνο. Μία αφηγηματική επιλογή τουλάχιστον παράδοξη, καθώς αντίκειται στη λογική του whodunnit αστυνομικού φιλμ, την οποία υποτίθεται πως υπηρετεί το «Child 44». Παράδοξη μεν, όχι όμως και απρόσμενη, αν ληφθεί υπόψη ο πολιτικός προσανατολισμός της ταινίας που εμφανίζεται τόσο εχθρικός απέναντι στην πρώην Σοβιετική Ένωση, που από πλαίσιο της πλοκής εμφανίζεται να διεκδικεί ρόλο πρωταγωνιστή.

Σε ό,τι αφορά το κυνήγι του φυσικού αυτουργού, το φιλμ του Ντανιέλ Εσπινόζα (σκηνοθέτη επίσης του «Safe House» με τον Ντένζελ Ουάσινγκτον) υπηρετεί με τυπολατρική ευλάβεια τα κλισέ που περιστοιχίζουν έναν ντετέκτιβ, ο οποίος σε κάποιο σημείο παύεται από την υπηρεσία του, προκειμένου να συνεχίσει έπειτα με αυταπάρνηση το μοναχικό ταξίδι προς την αλήθεια και τον ηρωισμό. Γεγονός που οδηγεί σε σκηνές, ερμηνείες, φιλμικούς χρόνους, αλλά και συνολικότερη αίσθηση τέτοια, η οποία αρμόζει σε δευτεροκλασάτο αμερικανικό αστυνομικό. Με τη διαφορά πως το «Child 44» μασκάρει ασυνέπειες και αδυναμίες κάτω από φαντεζί στοιχεία παραγωγής που «γράφουν» στο φακό (κοστούμια και σκηνικά εποχής) και αναγνωρίσιμους πρωταγωνιστές.

Ταυτόχρονα, η ταινία θίγει ακροθιγώς μια σειρά από ιστορικά γεγονότα (βλ. την ύψωση της σοβιετικής σημαίας στο Ράιχσταγκ που «γέννησε» ένα από τα εμβληματικότερα φωτογραφικά στιγμιότυπα του περασμένου αιώνα, το παρασκήνιο της οποίας αναβιώνει η δεύτερη σεκάνς) με σκοπό να χτίσει εύκολα και γρήγορα ατμόσφαιρα. Εκεί δηλαδή που θα μπορούσε επί παραδείγματι να αναπτυχθεί μέχρι και μια ολόκληρη ταινία που θα άνοιγε διάλογο με τις συγκλονιστικές «Σημαίες των Προγόνων Μας», το «Child 44» φροντίζει να ξεπετάξει με ασυγχώρητη επιδερμικότητα έναν πιθανό πυρήνα δραματουργικού θησαυρού, ο οποίος θα ήταν ικανός θεωρητικά να απογειώσει την κύρια ιστορία του. Εδώ όμως δεν έχουμε να κάνουμε φυσικά με ένα ανάλογο «Όνομα του Ρόδου», ούτε βεβαίως κρύβεται πίσω από τις σελίδες του πρωτότυπου υλικού ένας νέος Ουμπέρτο Έκο.

Για την ακρίβεια, καλούμαστε να προσπεράσουμε μία σειρά από αχρείαστα επεξηγηματικούς διαλόγους που φλερτάρουν με τα όρια του αφύσικου αποτελέσματος. Ή ακόμα, να δεχτούμε εξόφθαλμες αντιφάσεις, σαν εκείνη όπου οι Τομ Χάρντι και Νούμι Ράπας κρίνονται συνωμότες, χωρίς ωστόσο να οδηγούνται στην εκτέλεση όπως οι όμοιοί τους, προκειμένου φυσικά να επιζήσουν και να «έχουμε» ταινία.

Για το τέλος, ας προστεθεί η όχι ακριβώς αμελητέα εμπειρία με τον Χάρντι σε μιλά αγγλικά με προφορά Μπόρατ, υποδυόμενος τον Σοβιετικό. Κάτι που υπονομεύει περισσότερο την ερμηνευτική παρουσία του ίδιου και του επίσης Βρετανού Όλντμαν, παρά εκείνη της Σουηδής Ράπας. Και στο σημείο αυτό, μια βαθιά υπόκλιση στον Ταραντίνο και τους «Μπάσταρδους», οι οποίοι έδειξαν πώς να γυρίσεις αμερικανική ταινία, μετατρέποντας τη σπαζοκεφαλιά της γλώσσας αλλά και της εθνικότητας ηθοποιών και ηρώων σε πλεονέκτημα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search