Menu

Χωρίς Μέτρο

Υποψήφια για πέντε βραβεία Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, διασκευασμένου σεναρίου, β’ αντρικού ρόλου, μοντάζ και ηχητικού μιξάζ), η μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους δημιουργία του 29χρονου Σαζέλ αποτελεί την αμερικανική έκπληξη της χρονιάς στο σινεμά και πιθανόν μια από τις ωραιότερες δημιουργίες που έχουν γίνει ποτέ με θέμα (ή γύρω από) τη μουσική.

«Whiplash» ονομάζεται μια από τις πιο διάσημες και περίτεχνες συνθέσεις που άφησε πίσω του ο σαξοφωνίστας της τζαζ, Χανκ Λέβι. Διάσημη κυρίως μέσα από τις πάμπολλες ακροάσεις και διασκευές που απήλαυσε μέσα στα χρόνια και περίτεχνη γιατί επιδεικνύει μετρικές ιδορρυθμίες, οι οποίες απαιτούν βιρτουοζιτέ προκειμένου να αποδοθούν σωστά.

Το κομμάτι αυτό θυμήθηκε και χρησιμοποίησε ως σημαντική λεπτομέρεια της δεύτερης σκηνοθετικής του δουλειάς ο Ντέιμιαν Σαζέλ, φέρνοντάς το στο προσκήνιο της μέχρις εσχάτων αντιπαράθεσης μεταξύ ενός ταλαντούχου 19χρονου ντράμερ, σπουδαστή σε ανώτερη μουσική σχολή, και ενός ιδιαίτερα αυταρχικού δασκάλου και μαέστρου, ο οποίος διακρίνει τον αδιαπραγμάτευτο ζήλο στα μάτια του νεαρού μαθητή του και αποφασίζει να τον σπρώξει στα άκρα.

Ο Σαζέλ είχε προηγουμένως αφηγηθεί τη μονομαχία αυτή σε μια 18λεπτη μικρού μήκους ταινία που προβλήθηκε το 2013 στο Φεστιβάλ του Σάντανς (με πρωταγωνιστή ξανά τον Τζ. Κ. Σίμονς), βραβεύτηκε εκεί και εισέπραξε αρκετό ενθουσιασμό ώστε να πείσει τον δημιουργό της να την μεταχειριστεί εκ νέου και σε έναν ευρύτερο καμβά.

Μεγαλώνοντάς την πέρσι στις διαστάσεις ενός κανονικής διάρκειας φιλμ, ο Σαζέλ είχε την ευκαιρία να εμπλουτίσει την αρχική πλοκή, αυτοσχεδιάζοντας όπως ένας τζαζ μουσικός επάνω στις άφθονες παραμέτρους της ιστορίας του και αποσπώντας δυο εξαιρετικές (και απολύτως απαραίτητες για την αποτελεσματικότητα του φιλμ) ερμηνείες: Τη μία από τον έξοχο καρατερίστα Τζ. Κ.Σίμονς στον πιο αβανταδόρικο (και αλησμόνητο) ρόλο της καριέρας του και την άλλη από τον νεαρό Μάιλς Τέλερ, πλήρως συγχρονισμένο στη σωματική και συναισθηματική ένταση που εκπέμπει ο χαρακτήρας του.

Τι είναι, παρ’ όλα αυτά, το «Whiplash», αν όχι μια θαρραλέα επιμειξία διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών; Ο Σαζέλ προχωρά πέρα από τους χειρισμούς ενός φαινομενικού success story για να μεταμφιέσει κάτω από την επίφαση μιας μουσικής ταινίας τόσο ένα θρίλερ αναμέτρησης μεταξύ δυο ηρώων απολύτως ψυχωτικών, όσο και ένα αθλητικό φιλμ που εκτονώνει την τεστοστερόνη και τον τσαμπουκά των σταδίων επάνω σε κύμβαλα και νότες του πενταγράμμου, αλλά και ένα βίαιο ψυχολογικά δράμα πάνω στα επίμονα παιχνίδια εξουσίας και κυριαρχίας που εκτυλίσσονται μεταξύ δυο ατόμων που τρέφονται από παρόμοιες ιδεοληψίες.

Στα 107 ζουμερά λεπτά που διαρκεί, το «Whiplash» προσπερνά πολύ συχνά τον ρεαλισμό και φλερτάρει με την υπερβολή. Το κάνει, εντούτοις, γιατί θέλει να πετύχει κάτι περισσότερο: Από τη μία να αποδώσει με κινηματογραφικούς όρους την έκσταση της μουσικής όπως και τον σεισμικό αντίκτυπο που αφήνει επάνω στους πιο αφοσιωμένους θιασώτες της.

Και από την άλλη να αναπαραστήσει πώς ακριβώς δονείται το ανεξέλεγκτο πάθος, τι σημαίνει υπέρβαση των ορίων και σύγκρουση με το ανθρώπινο δυνατό, πώς η τυραννία και η παράνοια μπορούν να συνυπάρχουν με το ξεκάθαρο ταλέντο και ποιο είναι το τίμημα που χρειάζεται κανείς να πληρώσει μερικές φορές προκειμένου να αγγίξει την ευφυία.

Για όλο τον ηλεκτρισμό και την ισχύ που αποσπά από κάθε σκηνή του, όμως, ο Σαζέλ καταλήγει να πατήσει στην πορεία και μερικές λάθος νότες. Υπάρχουν σεναριακές επιλογές που αψηφούν κάθε αληθοφάνεια (με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τη σύνδεση μιας πολύ σημαντικής ακρόασης για τον ήρωα με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα) και σχέσεις όπως αυτή του νεαρού πρωταγωνιστή με τον πατέρα ή την φιλενάδα του οι οποίες δίνονται επιγραμματικά.

Στην καρδιά της ταινίας πάλλεται, ωστόσο, η αρχέγονη πάλη ανάμεσα στον μαθητή και τον δάσκαλο, στον φιλόδοξο άνθρωπο και στην προσπάθειά του να δαμάσει και να κατακτήσει την υψηλή τέχνη. Ο Σαζέλ παίρνει τις δυο αυτές αντιπαραθέσεις και με τη δύναμη της σκηνοθεσίας, του μοντάζ και των δυο βασικών ερμηνειών του κατορθώνει να τις ζωντανέψει γλαφυρά στην οθόνη, σπρώχνοντας το κοινό να γίνει μέτοχος στον πυρετό, τον ιδρώτα και την απόγνωση των ηρώων του. Και να βιώσει το φιλμ ως μια σφοδρή και τελικά καθαρτήρια εμπειρία.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ