Ευτυχία

Σκηνοθετώντας την πρώτη μεγάλου μήκους του, ο Χρήστος Πυθαράς βαθιά επηρεασμένος από γνωστές ταινίες του είδους, παραδίδει μια στοχαστική εξέταση του ανθρώπινου εκτροχιασμού, αναζητώντας ταυτόχρονα την έκδηλη ειρωνεία του τίτλου που επέλεξε μέσα στα σκοτεινά δωμάτια του μυαλού της πρωταγωνίστριάς του.

Elle 22 Μαρ. 17
Ευτυχία

«Τα πράγματα ζορίζουν». Αυτή ορίζει ως βασική φράση της ταινίας του ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Χρήστος Πυθαράς. Και πώς να έχει άδικο. Η ζωή -κατά κοινή αποδοχή- είναι δύσκολη από μόνη της, πόσο μάλλον όταν η επαφή με την πραγματικότητα αρχίζει να διασκορπίζεται μέσα στα σκοτεινά και στενά δωμάτια του ισόγειου διαμερίσματος όπου κατοικεί η Άννα (Ξανθή Σπανού). Η δουλειά στο φωτογραφείο μοιάζει με ένα ηδονοβλεπτικό παράθυρο στις ευτυχισμένες στιγμές των άλλων. Η παρέα με τις φίλες φαντάζει μαρτυρική υποχρέωση και η καθιερωμένη επίσκεψη στην αδιάφορη μητέρα της, την αφήνει περισσότερο άδεια απ’ ότι πριν.

Όλοι και όλα δείχνουν άγνωστα, δίνοντας την εντύπωση ότι την παρατηρούν ασυγκίνητα ή (ακόμη χειρότερα) την παρακολουθούν εμμονικά. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Ένα «σκούντημα» στο Facebook από ένα μυστηριώδες προφίλ, συνοδευμένο από τα κίτρινα post-it που βρίσκει κάθε μέρα κολλημένα στην πόρτα της, θα την βυθίσουν ακόμη περισσότερο στην απόγνωση. Ο άνδρας με το κόκκινο μπουφάν θα γίνει τελικά η αιτία της ψυχικής της κατάρρευσης, καθώς το σκοτεινό τούνελ της απομόνωσης μοιάζει να μην έχει τέλος.

Ο σκηνοθέτης στην πρώτη του μεγάλου μήκους απόπειρα, μετατρέπει την κάμερα σε έναν αδιάκριτο θεατή, που παρατηρεί πάντοτε από απόσταση (έξω από τα παράθυρα, κρυμμένος στις γωνίες ή στην άλλη πλευρά του πεζοδρομίου) τη ζωή μιας νεαρής γυναίκας της οποίας οι (υπό αμφισβήτηση) πληγές του παρελθόντος ξεφεύγουν από τον έλεγχο του συνειδητού διασπώντας τον εαυτό σε χίλια κομμάτια, καθώς ο αρχετυπικός φόβος της καταδίωξης οργανώνεται και διογκώνεται στο μυαλό, προσβάλλοντας σταδιακά και το σώμα.

Οι λήψεις, εστιασμένες ελάχιστα στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, εντείνουν την αίσθηση του διαχωρισμού της από την πραγματικότητα, κάνοντάς σε παράλληλα να αναρωτιέσαι για την αντικειμενικότητά τους, η οποία διαρκώς αναζητά αντιφατικά καταφύγιο σε μια προσωποκεντρική αφήγηση. Καθώς η επαφή της Άννας με την καθημερινότητά της γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρή, παρακολουθούμε σε παράλληλη εξιστόρηση την αποσυναρμολόγηση της εύθραυστης ζωής της, όχι τόσο μέσω των διαλόγων (που έτσι κι αλλιώς είναι ελάχιστοι) αλλά κυρίως μέσω των κινηματογραφικών ταμπλό που εστιάζουν την προσοχή σε ανούσια αντικείμενα, μετατρέποντας το βασικό χαρακτήρα σε μέρος του αναπόδραστου μπαγκράουντ.

Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι ξεκάθαρη πηγή έμπνευσής του αποτέλεσε ο «Ένοικος» του Ρομάν Πολάνσκι. Η αλήθεια είναι ότι πολλά στοιχεία της ταινίας  οδηγούν προς αυτή την διαπίστωση, η οποία όμως μοιάζει σε στιγμές να παρεκκλίνει, από τη δημιουργική κινηματογραφική αναφορά στην ελαφρώς επιπόλαια αντιγραφή, με το ασύνδετα ευχάριστο μουσικό του θέμα να μην συμβάλλει αισθητικά, αντιθέτως να απομακρύνει από τη δραματοποίηση. Ίσως μια πιο συγκροτημένη συσχέτιση με το παρελθόν της πρωταγωνίστριας να έδινε περισσότερη βαρύτητα στο παρόν της, κάνοντας τελικά κι εμάς να μπορούμε να συνδεθούμε περισσότερο.

Συνεπώς, παρότι το σεναριακό εύρημα καθιστά το φιλμ ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή και η «υποκειμενική» κινηματογράφηση συμβάλλει δεξιοτεχνικά στην παρουσίαση της ιστορίας, η επίπεδη της εξέλιξη σε συνδυασμό με τον επεισοδικό της ρυθμό, την κάνουν να μοιάζει περισσότερο με μεγάλου μήκους δημιούργημα τηλεοπτικής σειράς. Όπως κι αν την αντιμετωπίσεις πάντως, η «Ευτυχία» συνεχίζει τελικά να φαντάζει ένα άπιαστο όνειρο, καθώς το αλληγορικό φινάλε του φιλμ δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για διέξοδο από την γκρίζα (στην προκειμένη περίπτωση καφετί) του πραγματικότητα. 

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT