Menu

Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση

Το πιο αξιόπιστο μεγάλο franchise της εποχής μας έχει ως μοναδικό αντίπαλο τον εαυτό του και τις αναπόφευκτες επαναλήψεις του, αλλά προσφέρει ξανά ένα χορταστικό θέαμα παίζοντας πάνω στα όρια της δράσης χάρη στον αειθαλή πρωταγωνιστή του και μια σειρά από μικρά σόου που στήνει η ομάδα του.

«Τι είναι αυτή η ομάδα; Μια παρέα από μεγάλα παιδιά που παίζουν με μάσκες» λέει αρχικά η (εκτός τόπου και χρόνου) Άντζελα Μπάσετ και κάπως έτσι περιγράφονται από όλους ο Ίθαν Χαντ και οι συνεργάτες του μέσα στην ταινία, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να πει και ένας εξωτερικός παρατηρητής της. Βλέπετε, το «Mission Impossible» έχει κάνει το εξής παράδοξο, καθώς είχε μεν την κληρονομιά της κλασικής σειράς που ξεκίνησε στα 60ς (τότε που η λέξη κατάσκοπος έφτανε για να δημιουργήσει μια επιτυχία), όμως αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε σε χρόνια που το είδος είχε σχεδόν πεθάνει. Με την πρώτη ταινία με πρωταγωνιστή τον Κρουζ να γίνεται το 1996 όπου ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, ωθώντας χαρακτήρες σαν τον Χαντ προς την ανεργία, χρησιμοποιήθηκε ένα πολύ πετυχημένο εύρημα που αποτελεί τη βάση των ταινιών ως σήμερα. Η διαρκής αμηχανία των ηρώων μπροστά στις εξελίξεις της εποχής, εισήχθηκε στην πλοκή και αποτελεί πια αναπόσπαστο κομμάτι της.

Ως υπόλειμμα παλιότερων χρόνων, τα μεγάλα παιδιά που παίζουν με μάσκες στήνουν μικρές και άψογες ταινίες μέσα στην ταινία, παραπλανώντας συνεργάτες και εχθρούς και ξοδεύουν αρκετό χρόνο μέχρι να βρουν τη θέση τους, όχι μόνο σε αποστολές που τους ανατίθενται αλλά και σε κάποιες που αναλαμβάνουν μόνοι τους. Ο έξυπνος σεναριογράφος (και σκηνοθέτης εδώ) Κρίστοφερ ΜακΚουόρι, που αποτελεί πια μόνιμο συνεργάτη του Κρουζ, βρίσκει τρόπους να βγάλει το κοινό από αυτό το μπέρδεμα, δίνοντας πληροφορίες για χαρακτήρες πρώτα σε αυτό και μετά στους πρωταγωνιστές, αφήνοντάς το έτσι να απολαύσει καλύτερα αυτό το κυνήγι των σκιών και να απορροφήσει ευκολότερα τα συνεχόμενα twists. Σε σχέση πάλι με το πρώτο φιλμ του Ντε Πάλμα, που σε σημεία συναγωνίζονταν την ασάφεια του «Big Sleep», η ισορροπία που υπάρχει πλέον στην παράθεση των λεπτομερειών του σεναρίου είναι αξιοσημείωτη και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους της επιτυχίας του franchise. 

Η «Πτώση» έχει να αντιμετωπίσει μόνο τον εαυτό της, καθώς η εξέλιξη που έφερε η σειρά στην κλασική περιπέτεια την κάνει όχι απλά την κορυφαία του είδους, αλλά την τοποθετεί ψηλότερα από τέρατα και υπερήρωες.

Αυτή όμως δε θα ερχόταν αν δεν υπήρχε η μορφή του αειθαλούς Τομ Κρουζ, του μοναδικού ηθοποιού στον κόσμο που εξακολουθεί και παράγει κέρδος όχι ως κομμάτι ενός franchise αλλά ως η ψυχή και το σώμα του. Η εμμονή του με την πρόκληση της αληθινής δράσης, της παρουσίας του δηλαδή σε επικίνδυνες σκηνές, χαρίζει μια σειρά από ασύλληπτα, για την εποχή του CGI, πλάνα, με τον ίδιο να πετά στον αέρα, να πηδά σκεπές και να τρέχει ασταμάτητα, προσπαθώντας να σε πείσει πως όλα αυτά γίνονται στην πραγματικότητα και απλά τυχαίνει να υπάρχουν κάποιες κάμερες γύρω του. Τα stunts του Κρουζ θα μπορούσαν να είναι υλικό από ερασιτεχνικά βίντεο στο YouTube, όμως με τη φροντισμένη εικόνα εδώ μετατρέπονται σε μια ανθολογία δράσης που και στις πιο υπερβολικές της στιγμές καταφέρνει να παραμένει γήινη. Ο Ίθαν Χαντ άλλωστε δεν είναι υπερήρωας, δεν πετάει, δε βγάζει φωτιές και δεν τρέχει σαν αστραπή, ψάχνει πρακτικές (έστω και …impossible) λύσεις με γνώμονα την υψηλή τέχνη της εξαπάτησης αλλά και μια σταθερή ηθική πυξίδα που γίνεται συχνά στην ταινία θέμα αντιπαράθεσης. Η αντίληψη που έχει, πως δεν τίθεται θέμα επιλογής ενός θανάτου αντί πολλών, έρχεται σε αντίθεση με την ωφελιμιστική πολιτική των αφεντικών του αλλά και την, σχεδόν μηδενιστική, άποψη των εχθρών του, πως μια μεγάλη καταστροφή μπορεί να σώσει τον κόσμο, θέμα που τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και μεγαλύτερη μόδα σε στουντιακά φιλμ.

Τι προβλήματα μπορεί να συναντήσει κανείς στην ταινία; Κυρίως, την αναπόφευκτη σύγκριση. Το αριστούργημα του Μπραντ Μπερντ («Ghost Protocol», 2011) είχε μια πολύ άξια συνέχεια («Rogue Nation», 2015) και μοιραία υπάρχουν στοιχεία επανάληψης, κυρίως αυτά που αφορούν τον χαρακτήρα και τις προτεραιότητες του Χαντ. Η «Πτώση» όμως έχει ουσιαστικά να αντιμετωπίσει μόνο τον εαυτό της, καθώς η εξέλιξη που έφερε η σειρά στην κλασική περιπέτεια την κάνει όχι απλά την κορυφαία του είδους, αλλά την τοποθετεί ψηλότερα από τέρατα και υπερήρωες που συχνά ταλαιπωρούν τις οθόνες μας την τελευταία δεκαετία. Με την εικόνα του Κρουζ και μια σειρά από έξοχες συμπληρωματικές μορφές όπως την ευεργετικά κωμική παρουσία του Σάιμον Πεγκ, τη γοητευτική μορφή της Ρεμπέκα Φέργκιουσον, το στιβαρό αντίβαρο των Βινγκ Ρέιμς και Άλεκ Μπόλντουιν αλλά και τον απελευθερωμένο εδώ από τις υπεράνθρωπες υποχρεώσεις του Χένρι Καβίλ, το μείγμα είναι περισσότερο από ικανοποιητικό και ενηλικιώνει στα μάτια μας τα παιδιά με τις μάσκες. Ή απλά κάνει εμάς παιδιά. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ