Menu

Happy End

Ελάχιστες ταινίες έχουν αντιμετωπιστεί τα τελευταία χρόνια με παρόμοια προσμονή όσο το καινούργιο δράμα του Μίκαελ Χάνεκε. Γι' αυτό και η μικρή απογοήτευση όσων περίμεναν ένα ακόμη «Amour» ή την επόμενη «Λευκή Κορδέλα» από τον δυο φορές βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα σκηνοθέτη είναι μερικώς δικαιολογημένη. Χωρίς αυτό να σημαίνει, φυσικά, ότι το «Happy End» δεν είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς.

Οικογενειακή ταινία τρόμου, με τους δαίμονες να παραμένουν αόρατοι καθ' όλη τη διάρκειά της, η καινούργια δημιουργία του 75χρονου Χάνεκε είναι ένα επισκεπτήριο από θέματα που έχουν απασχολήσει τον Αυστριακό σκηνοθέτη σε όλη την διάρκεια της μέχρι τώρα καριέρας του: η κοινοτοπία του Κακού, οι γκρίζες ηθικές ζώνες μιας ολόκληρης κοινωνίας, οι αθέατοι εφιάλτες που καλλιεργούνται στο εσωτερικό άνετων σπιτιών, η μεγαλοαστική απάθεια, η κληροδοτημένη ενοχή και οργή, η τεχνολογία ως μέσο αποξένωσης, η αναμέτρηση με την ιδέα του θανάτου, όλα κάνουν την εμφάνισή τους στο (ειρωνικά τιτλοφορημένο, ασφαλώς) «Happy End».

Ως σύνοψη ενός συμπαγούς και εξόχως φιλοσοφημένου έργου, η ταινία στέκει τρωτή απέναντι σε όσους ενδέχεται να κατηγορήσουν αυτή και τον δημιουργό της για στασιμότητα και επανάληψη. Κανείς δεν δύναται να μεταχειριστεί αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν, παρ' όλα αυτά, όπως το καταφέρνει ο Χάνεκε. Ο οξυδερκής στοχασμός του, η σχεδόν τιμωρητική παρατηρητικότητά του, η δύναμή του να χαλιναγωγεί την αφήγηση καταπώς τον εξυπηρετεί και να παιχνιδίζει με τις προσδοκίες και το βλέμμα των θεατών παραμένουν κι εδώ ακλόνητες αρετές.

Ο Χάνεκε δεν ζητάει συμπάθεια για τους ήρωές του. Δεν χαρίζει την ανακούφιση μιας ικανοποιητικής κατακλείδας. Και δεν προχωρά ούτε βήμα πιο μπροστά από τις άλλες ταινίες του.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν αρνείται, άλλωστε, ότι με το «Happy End» γίνεται ηθελημένα αυτοαναφορικός, σε τέτοιο σημείο, μάλιστα, ώστε η νέα του ταινία να μαρτυρά κάποια στιγμή πόσο στενή σύνδεση διατηρεί με ένα παλιότερο δημιούργημά του (που καλό είναι να μην αποκαλυφθεί εδώ). Κάθε ανακυκλωμένη ιδέα συνοδεύεται, ωστόσο, από ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού: ο εξοικειωμένος με το έργο του Χάνεκε θεατής θα αναγνωρίσει πολλά μοτίβα από προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη, δεν θα μπορέσει να επαναπαυτεί εύκολα, ωστόσο, στη ρουτίνα του γνώριμου. Κι αυτό γιατί το φιλμ αποκαλύπτει σταδιακά, σαδιστικά σχεδόν, τα χαρτιά του.

Στο επίκεντρο του «Happy End» βρίσκεται μια εύπορη οικογένεια, ιδιοκτήτρια μιας μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας και μιας εντυπωσιακής έπαυλης στο Καλαί της Βόρειας Γαλλίας, όχι πολύ μακρυά πιθανόν από τους προσφυγικούς καταυλισμούς που έκαναν τόσο διαβόητη πρόσφατα την συγκεκριμένη περιοχή. Τα μέλη της οικογένειας παίζουν κρυφτούλι μεταξύ τους: Ο ηλικιωμένος πάτερ φαμίλιας σχεδιάζει να δώσει γρήγορα τέλος στη ζωή του. Η κόρη του διαλέγει την εργασιομανία για να καλύπτει τη συναισθηματική της απονέκρωση. Ο γιος του δεν είναι ο πιστός σύζυγος που όλοι εικάζουν. Ο εγγονός του φανερώνεται ανεπαρκής και απογοητευτικός σε όλα. Η 13χρονη δισέγγονή του δεν είναι τόσο αθώα όσο προδίδει το αγγελικό προσωπάκι της.

Ο Χάνεκε εισχωρεί αργά και μεθοδικά στα μυστήρια της οικογένειας αυτής, αναπτύσσοντας την πλοκή του σαν το υλικό ενός κανονικού θρίλερ. Κρύβει απαραίτητες λεπτομέρειες της πλοκής, διατηρεί ασάφειες και αποπροσανατολίζει, καλλιεργεί λανθάνον σασπένς. Καθώς όμως οι αλήθειες αποκαλύπτονται μία προς μία, ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει ένα υπόγειο δίκτυο απόγνωσης και αλλοτρίωσης που απλώνει τις ρίζες του από τη μια γενιά στην άλλη. Δεν ζητάει συμπάθεια για τους ήρωές του. Δεν χαρίζει την ανακούφιση μιας ικανοποιητικής κατακλείδας. Και δεν προχωρά ούτε βήμα πιο μπροστά από τις άλλες ταινίες του. Μόνο για ένα πράγμα θέλει να βεβαιώσει: Όποιος πιστεύει στα χάπι εντ σε αυτή τη ζωή, ας είναι έτοιμος να εκπλαγεί δυσάρεστα!

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ