Menu

Η Μαχαιριά

Ο πάντα ανήσυχος σκηνοθέτης των «Μαζί Ποτέ» και «Soul Kitchen», Φατίχ Ακίν, ψηλαφεί την πιο ευαίσθητη χορδή της χώρας καταγωγής του, παραδίδοντας μία ταινία με θέμα τη γενοκτονία των Αρμενίων. Παρά τις ουκ ολίγες αδυναμίες της, η πολυδάπανη «Μαχαιριά» δεν περιορίζεται στα όρια ενός αφηγηματικά στείρου ιστορικού δράματος, αλλά εξελίσσεται σε ένα μυσταγωγικό μοιρολόι, υπό το διαβρωτικό άκουσμα διαφορετικών διασκευών του παραδοσιακού αρμένικου τραγουδιού «Janoy».

Με τη «Μαχαιριά», ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν κλείνει την άτυπη τριλογία του «Αγάπη, Θάνατος και ο Διάβολος» (έπειτα από τα «Μαζί Ποτέ» και «Στην Άκρη του Ουρανού») τζογάροντας εις διπλούν, καθώς μετρά τις δυνάμεις του στη μεγαλύτερη παραγωγή μιας πολυσυλλεκτικής καριέρας, την ώρα που το ηλεκτρισμένο θέμα της παραμένει ταμπού στην Τουρκία.

Η αλήθεια μάλιστα είναι πως ως προς το πρώτο σκέλος, οι αντιδράσεις στο φεστιβάλ Βενετίας υπήρξαν – από πλευράς της κριτικής τουλάχιστον – μάλλον αποθαρρυντικές. Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά πως το στοίχημα είναι από χέρι χαμένο για τον Ακίν, στις ίδιες ερήμους που ο Αρμένιος ήρωάς του, ο Ναζαρέτ (Ταχάρ Ραχίμ), περιπλανιέται για τον μισό περίπου φιλμικό χρόνο της «Μαχαιριάς».

Εκεί όπου παλεύει να διατηρηθεί ζωντανός, στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία του 1915, έχοντας χάσει στην εν εξελίξει γενοκτονία τα πάντα, από οικογένεια και δουλειά, μέχρι τη λαλιά του (εξαιτίας μιας μαχαιριάς, όπως υπογραμμίζει η ελληνική απόδοση του πρωτότυπου τίτλου, ο οποίος παραπέμπει εξίσου και στη βίαιη αποκοπή από όσα ο ήρωας αγαπά). Ωστόσο, οι ελπίδες του αναπτερώνονται όταν μαθαίνει πως οι δίδυμες κόρες του ζουν, για χάρη των οποίων είναι διατεθειμένος να φτάσει ως την άκρη του κόσμου.

«Η Μαχαιριά» έχει όλα τα χαρακτηριστικά του μεγαλεπίβολου ιστορικού δράματος, με γυρίσματα σε πολλές χώρες (Γερμανία, Ιορδανία, Μάλτα, Καναδάς κτλ) και μία πολυπρόσωπη παραγωγή. Ακριβώς όμως επειδή υλοποιείται από έναν δημιουργό που διαθέτει αποδεδειγμένα την αρετή να συνδυάσει τον εκφραστικό του πλουραλισμό με υπαρξιακές ανησυχίες, καταφέρνει να διατηρήσει έναν πυρήνα αναλλοίωτο παρά τις όποιες επιμέρους αστοχίες, αρρυθμίες και απλουστεύσεις. Έναν πυρήνα ουμανιστικό, με κύρια συστατικά του τη βαθιά πίστη στον άνθρωπο και τις αστείρευτες δυνάμεις του, ακόμα και όταν εκείνος εγκαταλείπεται στο πεδίο της απόλυτης κτηνωδίας.

Μπορεί ο Ταχάρ Ραχίμ του «Προφήτη» να μην ξεθάβει τα αναγκαία εκφραστικά εργαλεία για να επιβληθεί μέσω της βουβής ερμηνείας του. Όπως επίσης το ατέλειωτο οδοιπορικό του φαντάζει κάπου-κάπου αποσπασματικό, ασυνεχές, παρότι ως σύνολο μεταδίδει υπό τη μορφή βιώματος τον ατέρμονο χαρακτήρα μιας μαρτυρικής περιπλάνησης.

Ταυτόχρονα, βέβαια, δε λείπουν και οι πολύ δυνατές στιγμές, με χαρακτηριστικότερη τη σκηνή της ομαδικής εκτέλεσης. Προπαντός, όμως, «Η Μαχαιριά» αρνείται να βολευτεί με το ρόλο μιας άδειας από ψυχή και συναίσθημα αναπαράστασης της γενοκτονίας των Αρμενίων. Αντιθέτως, αναζητά επίμονα τη φιλμική της ταυτότητα, καθώς εξελίσσεται σταδιακά σε ένα μυσταγωγικό μοιρολόι, υπό το διαβρωτικό άκουσμα διαφορετικών διασκευών του παραδοσιακού αρμένικου τραγουδιού «Janoy».

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search