Κυνηγός

Μανιακό sequel μιας πολύ καλής ταινίας είδους, αποδεικνύει, ξανά, πως τα ψηφιακά εφέ και η δικτατορία του multiplex έχει σκοτώσει το σινεμά αυτό.

Elle 12 Σεπ. 18
Κυνηγός

Είναι δύσκολο να καταπιείς τη γκρίνια σου βλέποντας ένα έργο σαν το «Predator». Εξισορροπείται ίσως, θα πει κάποιος, από την επίγνωση πως «τέτοια έργα δεν έχουν ανάγκη την κριτική», έλα όμως που όλα τα έργα έχουν ανάγκη την κριτική (και τους αναγνώστες της) ειδάλλως δεν θα πρέπει να παραξενεύεται κανείς για την κατηφόρα ταινιών «ελεύθερων κριτικής».

Με τον Σέιν Μπλακ στο τιμόνι ήξερες πως δεν θα μπορούσες να περιμένεις όμως αντάξιο σίκουελ. Auteur της σεναριακής υποκουλτούρας των τελών του ’80 – αρχών ‘90, με μεταμοντέρνες εκλάμψεις στο «Last Action Hero» και μεγάλο hit στο «Φονικό Όπλο», ο Μπλακ δεν είναι κάποιος που τον παίρνεις ελαφρά σαν βιογραφικό. Με εμμονές στην αρσενική συντροφικότητα, επιμονή στην παράταξη ανεκδότων (που δεν γελάς απαραίτητα, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα) από τους χαρακτήρες και διάχυτο machismo, το σύμπαν του Μπλακ είναι αποφασισμένα παλιομοδίτικο κι αυτό σε μια ταινία αναφερόμενη σε μια άλλη της ακμής της εποχής που επανέφεραν στη κινηματογραφική μόδα, απείρως καλύτερα, οι «Αναλώσιμοι», δεν είναι απαραίτητα λάθος.

Το πρόβλημα είναι πως ο Μπλακ, ιδίως από την αυτοεπανεφεύρεσή του ως σκηνοθέτη και μετά («Iron Man 3»), δεν θέλει (και δεν μπορεί, μάλλον) να κάνει το σινεμά που ήταν ο αυθεντικός «Κυνηγός». Η ταινία του 1987, του Τζον Μακ Τίρναν, που ήξερε όσο ελάχιστοι εκείνα τα χρόνια να στήσει περιπέτεια, ήταν ένα «alien in the jungle» θρίλερ, κλειστοφοβικό, σε στιγμές μυσταγωγικό, στις προεκτάσεις του πολιτικό αλλά, πάνω απ’ όλα, αποτελεσματικό σε ατμόσφαιρα φόβου και κινδύνου. Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι άγνωστες λέξεις για τον Μπλακ, που εδώ υπηρετεί ένα, ακόμα κραταιό, σινεμά του κρεσέντο, αδύναμο να εκμεταλλευθεί έννοιες όπως δόμηση μιας σκηνής, αγωνία, υποδήλωση, σιωπές. Όλα αυτά ήταν παρόντα στον πρώτο «Κυνηγό» – που, να σημειωθεί, ο Μπλακ είχε κι έναν μικρό, αιματοβαμμένο, ρόλο.

Εδώ καταλαβαίνεις από το πρώτο λεπτό πως το πράγμα θα είναι σε θήρα ντεσιμπέλ και δίνη αποσπασματικότητας για θεατές με attention span περιστεριού. Ψηφιακό gore, ακατάπαυστο κυνήγι της ατάκας, χρωματική παλέτα και βινιέτες που παραπέμπουν ευθέως στο ‘80ς b σινεμά που αγαπά o Μπλακ, ισοπεδωτικός μηδενισμός (που τον χαρακτηρίζει κιόλας) και προκλητική αψήφιση του Άλλου (θα καταλάβετε στο φινάλε της αναμέτρησης με το Τέρας), υπεραπλουστευτική αντιμετώπιση σοβαρών πραγμάτων (ο αυτισμός του παιδιού του πρωταγωνιστή), τζάμπα και δωρεάν ανηθικότητα σε συσκευασία χαβαλέ (σε μια σκηνή ένα παιδί κάνει μια πλάκα και…ανατινάζεται), όλα μαζί φτιάχνουν ένα έργο συγκεκριμένου target group (το παιδί σου) που δεν θα ‘θελες να επιτρέψεις (αισθητικά, όχι ηθικά) την έκθεσή του σε αυτό.

Η πρώτη ταινία αντιμετώπισε επιθετικές κριτικές και τώρα γελάει εις βάρος τους. Με αυτήν δεν θα υπάρξει αυτή η δικαίωση.

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT