Menu

Magical Girl

Ένας άνεργος πατέρας που θέλει να ικανοποιήσει την τελευταία επιθυμία της άρρωστης κόρης του, μπλέκει σε ένα αδιόρατα μοιραίο δίχτυ με μία συναισθηματικά ασταθή γυναίκα και έναν πρώην κατάδικο. Η ταινία που απέσπασε βραβείο καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν πραγματεύεται την αλληλεπίδραση χρήματος και επιθυμίας στο σύγχρονο κόσμο, συνθέτοντας ενίοτε παράτολμα αλλά κυρίως επιδέξια το στοιχείο του παραλόγου με το φιλμ νουάρ.

Προκειμένου να πραγματώσει την τελευταία επιθυμία της άρρωστης κόρης του, ο άνεργος καθηγητής Λουίς (Λουίς Μπερμέχο) χρειάζεται επτά χιλιάδες ευρώ.

Στην απεγνωσμένη αναζήτηση του ποσού, ο δρόμος του θα διασταυρωθεί με την όμορφη και συναισθηματικά ασταθή Μπάρμπαρα (Μπάρμπαρα Λένι), καθώς επίσης τον Ντάμιαν (Χοσέ Σακριστάν), έναν πρώην κατάδικο. Κάπου εκεί ξεκινά ένας φαύλος κύκλος εκβιασμών, εξάρτησης, εξαπάτησης και εκδίκησης.

Το «Magical Girl», η ταινία που απέσπασε τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας στο πρόσφατο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και αποθεώθηκε από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ, εγκαθιστά μία ισότιμη σχέση μεταξύ των τριών βασικών πρωταγωνιστών στο πρότυπο ενός σπονδυλωτού φιλμ, προκειμένου να τους εναποθέσει σταδιακά στα χωράφια του φιλμ νουάρ.

Με βάση τον παραπάνω προσανατολισμό και με άξονα το στοχασμό γύρω από την αλληλεπίδραση μεταξύ χρήματος και επιθυμίας, ο πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης Κάρλος Βερμούτ επιδιώκει στη δεύτερη ταινία του ένα επίμονο και υποδόριο φλερτ με το παράλογο, στον ορίζοντα του οποίου διαφαίνεται μία αλληγορικού τύπου αναμέτρηση του φιλμ με τη σύγχρονη ισπανική πραγματικότητα.

Από την επιλογή ενός άνεργου πατέρα να ικανοποιήσει την ουτοπική επιθυμία της κόρης του για ένα αδιανόητα ακριβό φόρεμα, στις ολοένα και πιο παράλογες αποφάσεις που λαμβάνει προς το στόχο αυτό, ολόκληρο το σύμπαν του «Magical Girl» παραπέμπει συχνά πυκνά σε εφιάλτη.

Όχι απαραίτητα κάποιον που διατηρεί στο επίκεντρο μία εμφανή πηγή φόβου, αλλά εκείνον όπου το εφιαλτικό του στοιχείο άπτεται της παντελούς αδυναμίας απόδρασης.

Τούτη την αίσθηση ενισχύει η σταθερά απαλή, ελαφρών αντιθέσεων φωτογραφία του Σαντιάγκο Ρακάι, η οποία συνθέτει μια φωτιστική ομοιομορφία στα πλάνα της ταινίας.

Κι εκεί, πάνω από την ανησυχητικά ήρεμη επιφάνεια της οπτικής σούπας που μαγειρεύει, ο Βερμούτ φροντίζει να εκπλήξει το θεατή σερβίροντάς του μία σειρά από απρόσμενες τροπές που οδηγούν την πλοκή κάθε φορά σε νέα μονοπάτια και τους ήρωες στο απόλυτο αδιέξοδο.

Μία επιλογή που παραμένει σε στιγμές αναπάντεχα λειτουργική, παρότι δε συνδέει πάντα με την ίδια επιτυχία τα ετερόκλητα στοιχεία (και μακρινές αναφορές) μιας ταινίας που αρχίζουν από το σουρεαλισμό για να φτάσουν ως το «Μάτια Ερμητικά Κλειστά», το «Magnolia» ή ακόμα και το «Pulp Fiction».

Ως προς τον τίτλο, το «Magical Girl» θα μπορούσε να παραπέμπει στην ακατάβλητη δυναμική της ποικιλοτρόπως τραυματισμένης Μπάρμπαρα, ή στον αγαπημένο manga χαρακτήρα της άρρωστης Αλίσια, από το φόρεμα του οποίου ξεκινούν όλα.

Η προφανής ειρωνεία, ωστόσο, δεν εξαντλείται στις δύο κατά συνθήκη femme fatale της ταινίας, αλλά προχωρά σε προβληματικές γύρω από το σεξ, το ψυχικό τραύμα, τη διαστροφή και την εμμονή, μέσα σε ένα κόσμο που μετρά τις αξίες του είτε με βάση την εξουσιαστική δυναμική του χρήματος, είτε μέσα από τον απόλυτο μηδενισμό της αυτοδικίας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search