Menu

Μεγάλα Μάτια

Συνεχίζοντας μια πτωτική καλλιτεχνική πορεία η οποία ξεκίνησε το 2010 με τη μετριότατη «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ο Τιμ Μπάρτον επιχειρεί, για δεύτερη φορά στην καριέρα του μετά το «Εντ Γουντ», να μεταχειριστεί κινηματογραφικά μια αληθινή ιστορία. Κι ενώ υπηρετεί θεωρητικά με σύνεση το πλούσιο σε ίντριγκα και συμβάντα υλικό του, σκηνοθετικά μοιάζει πιο απών από ποτέ.

Αντιπροσωπευτικό, ίσως, παράδειγμα μιας εποχής που προσπαθούσε διαρκώς να τοποθετηθεί ανάμεσα στην εμπορευματοποίηση της τέχνης και στην βαθύτερη ουσία της, οι πίνακες της Μάργκαρετ Κιν, με τα σκυθρωπά παιδικά πρόσωπα που συνήθως σε αντίκριζαν μονίμως μέσα από τεράστια, θλιμμένα μάτια, κατόρθωσαν να προκαλέσουν αίσθηση στους καλλιτεχνικούς κύκλους του ’50 και του ’60 και να μοσχοπουληθούν για αδιάκοπη σειρά ετών.

Αυτό που κανένας από τους πάμπολλους θαυμαστές όσο και επικριτές των συγκεκριμένων έργων δεν γνώριζε εξαρχής, βέβαια, ήταν πως οι πίνακες ναι μεν προέρχονταν εξ ολοκλήρου από το χέρι της κυρίας Κιν, για χρόνια έφεραν, ωστόσο, την υπογραφή του καιροσκόπου συζύγου της, Γουόλτερ, ο οποίος επέμενε να κρατά τη γυναίκα του αθέατη και σιωπηλή συνεργό της μαζικής απάτης που με πανούργο τρόπο ενορχήστρωσε ο ίδιος.

Ο Μπάρτον δανείζεται την παραπάνω απίστευτη πλην αληθινή ιστορία προκειμένου να υπογράψει την πιο συγκρατημένη και προσγειωμένη σε ρεαλιστικό έδαφος ταινία του.

Η πλοκή πατάει αυτή τη φορά γερά επάνω στην πραγματικότητα, οι χαρακτήρες δεν ανήκουν σε κάποια ξέφρενη καρτούν φαντασία, αλλά υποτίθεται πως εκπροσωπούν υπαρκτά πρόσωπα, και το θέαμα στερείται των όποιων εφέ προκειμένου να εστιάσει στο ανθρώπινο στοιχείο.

Χωρίς τα συστατικά αυτά, εντούτοις, ο σκηνοθέτης του «Ψαλιδοχέρη» και του «Μπάτμαν» μοιάζει ανήμπορος και οκνηρός. Αντιλαμβάνεται ότι κανένα ταχυδακτυλουργικό παιχνίδι της κάμερας, καμία αστραπιαία πτήση σε σουρεαλιστικά ύψη, καμία οπτική φαντασμαγορία δεν περιλαμβάνεται σε αυτή την απλή και ευθύγραμμη διήγηση μιας θρασύτατης πλαστοπροσωπίας. Οπότε διαλέγει για τον εαυτό του τον ρόλο του αξιοπρεπούς διεκπεραιωτή.

Η εγκράτεια υπήρξε ανέκαθεν ανεξερεύνητη χώρα για τον δημιουργό κατεξοχήν μεγαλόσχημων και εντυπωσιακών φιλμ, παρ όλα αυτά. Γι' αυτό και τα «Μεγάλα Μάτια», παρά τη λιτότητα που επιδεικνύουν, αδυνατούν να υπερβούν τα ασφυκτικά όρια του συμπαθούς και του συμβατικού.

Ακόμη πιο συζητήσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο σκηνοθέτης, οι δύο σεναριογράφοι (υπεύθυνοι στο παρελθόν για το «Εντ Γουντ», αλλά και για την «Υπόθεση Λάρι Φλιντ») και οι ηθοποιοί του προσεγγίζουν τους ήρωες.

Με εξαίρεση την εκφραστική και μεθοδική απόδοση της Έιμι Ανταμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία σε αυτό το φιλμ εκτελείται με τρόπο μανιερίστικο και ενίοτε υπερβολικό, με αποκορύφωμα τον Κριστόφ Γουόλτζ, ο οποίος συμπεριφέρεται επί οθόνης ηχηρά και χωρίς μέτρο, σαν να προέρχεται από κάποια άλλη, απείρως πιο εκκεντρική ταινία.

Παρά τις γοητευτικές πολυχρωμίες της φωτογραφίας και την προσεκτική ανασύσταση της εποχής, τα «Μεγάλα Μάτια» συρρικνώνονται στις διαστάσεις ενός αξιοπερίεργου που κανείς παρακολουθεί να εξελίσσεται προβλέψιμα και χωρίς εξάρσεις.

Παραμένουν μια καλογυαλισμένη και πρωτοεπίπεδη εικονογράφηση ενός αξιοπερίεργου περιστατικού ζωής το οποίο, στα χέρια ενός διεισδυτικότερου (και, πιθανόν, καλύτερου) σκηνοθέτη, θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε μια εξαιρετική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα της τέχνης και των πάσης φύσεως κριτών και εκφραστών της, αλλά και σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στη μοναχική πορεία όσων γυναικών θέλησαν να διεκδικήσουν την χειραφέτησή τους στο μέσο καιρών αντίξοων και καθόλου φιλόξενων.

Για τον Τιμ Μπάρτον, ωστόσο, ο οποίος σπάνια φημιζόταν ως κάτι παραπάνω από ένας διαολεμένα ικανός διασκεδαστής και ευφάνταστος παραμυθάς, η καινούργια του ταινία γίνεται ένα τρανό παράδειγμα (ή μάλλον υπενθύμιση;) των αδυναμιών και των ορίων του.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ