Menu

Μητριαρχία

Εξήντα γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης, οχυρώνονται σε ένα καταφύγιο γυναικών που απειλείται με κατεδάφιση, αναζητώντας παράλληλα τον δικό τους χώρο έκφρασης, καθώς επίσης τη θέση τους σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Με εφαλτήριο μια λιτή, ντοκιμαντερίστικη αφήγηση, ο Νίκος Κορνήλιος στήνει από κοινού με τις πρωταγωνίστριές του μία πλούσια σε σύμβολα και πάθος, πειραματική έκφανση της μητριαρχίας, την οποία πρωτογνωρίσαμε στις περασμένες Νύχτες Πρεμιέρας.

Ο Νίκος Κορνήλιος («11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου») στήνει δεξιοτεχνικά ένα ψευδοντοκιμαντέρ με τα απλούστερα των υλικών και με θέμα, τη γυναίκα (απέναντι) στον σύγχρονο κόσμο, έναν κόσμο ανδροκρατούμενο, γεμάτο τεστοστερόνη, ανισότητα και βία.

Πρωταγωνίστριές του, εξήντα γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, εθνικοτήτων και κοινωνικής προέλευσης. Χώρος, ένα καταφύγιο γυναικών που (υποτίθεται πως) απειλείται με κατεδάφιση. Χρόνος, το τώρα, με διάρκεια τις επτά μέρες. Στο διάστημα αυτό, οι παραπάνω γυναίκες προασπίζονται το χώρο τους, δημιουργώντας τη δική τους κοινότητα. Εκεί όπου χορεύουν, τραγουδούν, μοιράζονται βιώματα και συζητούν για την κοινωνία, την πολιτική, τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις, την εργασία και τη μητρότητα. Εκφράζονται ελεύθερα, εντός του πλαισίου της δικιάς τους, αυτοσχέδιας μητριαρχίας. Αναλαμβάνοντας να επικοινωνήσουν το δικό τους αφήγημα.

Μπορεί το εν λόγω καταφύγιο να μην είναι παρά ένας χώρος που έχει παραχωρηθεί για τις ανάγκες των γυρισμάτων της «Μητριαρχίας». Όπως και οι ηρωίδες να είναι είτε προσωπικότητες του θεατρικού σανιδιού, σαν την Ειρήνη Ιγγλέση και την Κωνσταντίνα Τάκαλου, είτε εκπρόσωποι του φεμινιστικού κινήματος όπως η Μαρία Λιάπη, ή ακόμα και η πρόεδρος της Ένωσης Αφρικανών Γυναικών, Λορέτα Μακόλεϊ από τη Σιέρα Λεόνε, που ζει στην Ελλάδα πάνω από τριάντα χρόνια. Τίποτα απ’ όλα αυτά, ωστόσο, δεν αφαιρούν κάτι από τα όσα ανάγλυφα πραγματεύονται τα 160 λεπτά κινηματογραφικού χρόνου.

Όπως και στις «Συναντήσεις», το σενάριο ανήκει στον Νίκο Κορνήλιο και την Ευγενία Παπαγεωργίου, ουσιαστικά ωστόσο σμιλεύεται πάνω στον αυτοσχεδιασμό και την προσωπική αλήθεια που κομίζει η κάθε γυναίκα. Ο φακός αόρατος και ελαφρύς, διατρέχει το χώρο που ορίζουν οι τέσσερις τοίχοι για να αποτυπώσει βλέμματα, εκφράσεις γκριμάτσες κι εντάσεις, να προοικονομήσει με δραματουργική μαεστρία ιστορίες που θα ξετυλιχθούν μερικές σκηνές αργότερα. Και ο Κορνήλιος, καθηγητής υποκριτικής μεταξύ άλλων, γνωρίζει πώς να συνδυάσει τις ιδιότητές του προκειμένου να επιτύχει ένα αποτέλεσμα πειστικά κοντά στο σινεμά τεκμηρίωσης.

Περισσότερο και από κινηματογραφικό εγχείρημα, όλα στη «Μητριαρχία» μυρίζουν πείραμα, ένα κοινωνικό πείραμα μέσα στο οποίο η γυναίκα σφυγμομετρά τον παλμό της εντός του ανδροκρατούμενου κόσμου, από το χθες και το σήμερα ως τα εκεί που μπορεί να φτάσει αύριο. Όπως έχει επισημάνει άλλωστε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, εκείνο που ονομάζουμε «πολιτισμός» δεν είναι κάτι άλλο παρά ένας έμφυλος πολιτισμός.

Ταυτόχρονα, βέβαια, η «Μητριαρχία» αποτελεί και ένα παράδοξο. Το παράδοξο του ένας άνδρας να σκηνοθετεί ένα τέτοιου είδους εγχείρημα. Ή σαν το παράδοξο της συνύπαρξης τόσο της ευφορίας όσο και της οξύτατης αντιπαράθεσης, λίγες στιγμές αφού οι γυναίκες έχουν απωθήσει τις μπουλντόζες, αποτρέποντας προς στιγμήν τη βίαιη επιβολή του «νόμου». Όπως περίπου συμβαίνει και σε μικρές, συμβολικές νίκες των κοινωνικών αγώνων στο δρόμο, προτού συνοδευτούν τις περισσότερες φορές από αξιοπρεπείς, πλην όμως σκληρές ήττες.

Πώς θα είναι άραγε ο κόσμος αν και όταν η «Μητριαρχία» ανατείλει; Θα πρόκειται απλώς για μία διαφυλική αλλαγή εξουσιαστικής σκυτάλης ή μήπως για την αυγή ενός ριζοσπαστικού, δικαιότερου και ειρηνικού μέλλοντος; Όσο κι αν οι απαντήσεις που δίνονται στην ταινία δεν αποφεύγουν πάντα τις παγίδες του διδακτισμού και της κοινοτοπίας, ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ερωτήματα εξακολουθούν να αναβλύζουν από ένα σύμπαν, την τεχνητή φύση του οποίου υπερκαλύπτει ένα ανεπιτήδευτο, συλλογικά ορμώμενο πάθος.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ