Menu

Mommy

Πολλές συζητήσεις προκάλεσε η απόφαση του περσινού Φεστιβάλ Καννών να μοιράσει το Βραβείο της Επιτροπής εξ ημισείας στον Ζαν Λικ Γκοντάρ για τον «Αποχαιρετισμό στη Γλώσσα» και στον Ξαβιέ Ντολάν για το «Mommy» του. Και παρ' όλο που τα κολακευτικά σχόλια ξεπέρασαν κάθε προσδοκία για την περίπτωση του 25χρονου Ντολάν, δεν συμμεριζόμαστε τον ίδιο ενθουσιασμό για την καινούργια ταινία του.

Πέντε χρόνια έχουν περάσει από την εποχή που ένας νεαρότατος Ξαβιέ Ντολάν πραγματοποιούσε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, δηλώνοντας πως «Σκότωσα τη Μητέρα μου», με τον τίτλο της χαριτωμένης πρώτης του ταινίας. Από τότε ως σήμερα μεσολάβησαν τρεις ταινίες, διαφορετικές σε ύφος μεταξύ τους και όχι απολύτως πετυχημένες, με τις οποίες ο καναδικής καταγωγής πιτσιρικάς μπορεί να μην κέρδιζε τους απανταχού κριτικούς με το μέρος του, φανέρωνε ωστόσο πως, παρά το μικρό της ηλικίας του, επρόκειτο για ένα αναμφίβολο ταλέντο.

Και αφού με τις ταινίες «Φανταστικές Αγάπες» και «Λόρενς Για Πάντα» κατόρθωσε να εξασφαλίσει τα τελευταία χρόνια μια θέση σε κάποιο από τα παράλληλα τμήματα των Καννών, οι πόρτες για το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ άνοιξαν γι' αυτόν μόλις πέρσι, χάρη στο «Mommy».

Ασχέτως των όσων κατά καιρούς γράφονται για τον 25χρονο νεαρό, χαρακτηρίζοντάς τον από «υπερεκτιμημένο» και «νάρκισσο» μέχρι «επιφανειακό» και «αλαζόνα», οι ικανότητές του πίσω από την κάμερα και η εργασιομανία του παραμένουν δεδομένες.

Αυτές ακριβώς οι ικανότητες μπαίνουν σε πλήρη εφαρμογή στην καινούργια του ταινία, εξυψώνοντας μια φύσει δραματική και καταθλιπτική ιστορία σε ένα φιλμ που δονείται από ζωντάνια, πλημμυρίζει στο χρώμα και περιέχει μια από τις πιο θορυβώδεις ηχητικές μπάντες που έχουμε ακούσει τελευταία καθώς, για το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής, οι χαρακτήρες επικοινωνούν και χειρονομούν σε μια αδιάκοπη διαπασών.

Η δεξιοτεχνία του Ντολάν δεν αρκεί για να προσδώσει ρεαλιστικό εκτόπισμα στους δυσδιάστατους χαρακτήρες ή να διαλύσει την εντύπωση ότι η ιστορία που βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας είναι εντελώς απλοϊκή.

Αφού προσπερνά σχετικά γρήγορα ένα αχρείαστο μελλοντολογικό εύρημα που την τοποθετεί χωρίς ιδιαίτερο λόγο στο 2015, η ταινία του Ντολάν ασχολείται με την άκρως κυκλοθυμική και συχνά ανεξέλεγκτη σχέση που καλλιεργείται ανάμεσα σε μια παρορμητική και μποέμ μητέρα και τον ψυχικά ασταθή γιο της, η εκρηκτική συμπεριφορά του οποίου δίνει συχνά αφορμές για μπόλικους μπελάδες.

Τη γεμάτη σκαμπανεβάσματα αυτή σχέση έρχεται να συμπληρώσει με τον δικό της, πιο χαμηλόφωνο και διακριτικό τρόπο μια συνεσταλμένη γειτόνισσα η οποία βρίσκει εκεί προσωρινό καταφύγιο και αντίδοτο για τις δικές της προσωπικές κακουχίες.

Ο Ντολάν ξεκινά από το γεμάτο ανθρωπιά συναισθηματικό τρίγωνο που συνάπτουν οι τρεις χαρακτήρες του και για παραπάνω από δύο ώρες προσπαθεί να ακολουθήσει την rollercoaster διαδρομή τους από την πρόσκαιρη ευτυχία και την αισιοδοξία κατευθείαν σε μια απότομη προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα.

Το κάνει επικαλούμενος ένα εξωστρεφές και ξένοιαστο σκηνοθετικό ύφος, διακόπτοντας κατά διαστήματα τη δράση για να προσφέρει χαρμόσυνα μουσικά μοντάζ και παγιδεύοντας τους ήρωες σε ένα περιοριστικό (και ασυνήθιστο για το σινεμά) τετράγωνο κάδρο, σκοπός του οποίου είναι να συγκεντρώσει το βλέμμα του θεατή σε τίποτα περισσότερο από τις φιγούρες και τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών.

Όλα αυτά μοιάζουν ασφαλώς ενδιαφέροντα και πολύ πιθανόν θα καταφέρουν να αγγίξουν συγκινησιακά τις χορδές αρκετών ευαίσθητων θεατών. Η δεξιοτεχνία του Ντολάν στον χειρισμό της κάμερας και των ηθοποιών (με πρώτη την εξαιρετική Άν Ντορβάλ στο ρόλο της μάνας) δεν αρκεί, παρ' όλα αυτά, για να προσδώσει ρεαλιστικό εκτόπισμα στους δυσδιάστατους χαρακτήρες ή να διαλύσει την εντύπωση ότι η ιστορία που βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας είναι εντελώς απλοϊκή.

Ο Ντολάν έχει πολύ δρόμο ακόμη μπροστά του μέχρι να γίνει ένας αληθινά πρωτοκλασάτος σκηνοθέτης.

Το «Μommy» απολαμβάνει, εντούτοις, μεγάλης αγάπης από σεβαστή μερίδα του κοινού και έμελλε να εγκαταλείψει τις περσινές Κάννες μοιραζόμενο εξ ημισείας το Βραβείο της Επιτροπής με τον Ζαν Λικ Γκοντάρ και το «Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» (το Φεστιβάλ τιμούσε προφανώς με αυτό τον τρόπο τόσο το νεαρότερο όσο και το μεγαλύτερο σε ηλικία διαγωνιζόμενό του), μια συγκυρία η οποία θύμωσε τόσο πολύ την αξιοσέβαστη αμερικανίδα κριτικό Εϊμι Τόμπιν (και αθεράπευτη γκονταρική θαυμάστρια), ώστε να δηλώσει ότι στον Ντολάν δεν άξιζε «ούτε μια κλωτσιά στα πισινά».

Χωρίς να συμμερίζομαι το σχόλιό της, και διατηρώντας κάποια επιφύλαξη για τα όσα οφείλουμε να περιμένουμε από το νεαρό Καναδό στο μέλλον, θα συμβούλευα πάνω απ' όλα τον Ξαβιέ Ντολάν να αποκτήσει μεγαλύτερη μετριοφροσύνη (αν και αυτή είναι μια αρετή που κανείς κατακτά με το πέρασμα του χρόνου) και να μην βιάζεται να υπερτιμήσει τις δυνατότητές του. Ο χαρισματικός πιτσιρικάς έχει πολύ δρόμο ακόμη μπροστά του μέχρι να γίνει ένας αληθινά πρωτοκλασάτος σκηνοθέτης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search