Menu

Νορβηγία

Μια ταινία για τα αμετανόητα παιδιά της νύχτας, για θεατές σε διαρκή εφηβεία, για τους ορκισμένους λάτρες της αναλογικής εποχής και για τους βρικόλακες των ξενυχτάδικων. Αυτό είναι το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του μουσικού Γιάννη Βεσλεμέ.

Το 1985, ερχόμενη από το πουθενά και με αστραπιαία πορεία μετεωρίτη, μια μπάντα με το μυστήριο όνομα Χωρίς Περιδέραιο κυκλοφορούσε το πρώτο και το τελευταίο άλμπουμ της καριέρας της για τους λίγους τυχερούς που το πήραν τότε χαμπάρι. Το άλμπουμ ονομαζόταν «Χορός για Μουσική» και διανεμήθηκε σε 350 κόπιες, οι οποίες γρήγορα έγιναν καπνός.

Γνήσια new wave και synth pop τέκνα, όμως ξεκάθαρα πανκ στην ψυχή, με επιθετικό ελληνικό στίχο ο οποίος, αν και συχνά γριφώδης, ήταν απόλυτα συνυφασμένoς με το μουδιασμένο κοινωνικοπολιτικό τοπίο της τότε Ελλάδας, οι Χωρίς Περιδέραιο εξαφανίστηκαν ένα χρόνο μετά, όπως ακριβώς έκαναν την εμφάνισή τους: αθόρυβα και αινιγματικά.

Στη διάρκεια της απουσίας της, η μπάντα μετατράπηκε σε καλά κρυμμένο μυστικό για λίγους και καλούς, τα ελάχιστα αντίτυπα του δίσκου που μπορούσε κανείς να εντοπίσει είχαν αποκτήσει αστρονομική αξία και νεώτερες γενιές άρχισαν να τραγουδούν τα κομμάτια των Χωρίς Περιδέραιο σε κλαμπ όπως η θρυλική Rebound, σώζοντάς τα από τη λήθη και αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για το χαμένο γκρουπ.

Στο σύντομο διάστημα κατά τον οποίο μεσουράνησε το συγκρότημα, ο Γιάννης Βεσλεμές ήταν μόλις πέντε ετών. Στην εκπνοή του new wave άρχισε να πηγαίνει σχολείο. Τον καιρό που η Rebound άνοιγε στην Αθήνα (με διαφορετική ονομασία τότε), εκείνος βρισκόταν στα δημοτικό. Και όταν πλέον μπήκε στην εφηβεία, η Ελλάδα της δεκαετίας του '80 αποτελούσε πλέον νωπή ανάμνηση για όσους την έζησαν.

Διαφορετικής γενιάς, αλλά με φανερή αδυναμία στην αναλογική εποχή και με σαφείς underground ευαισθησίες στα όσα αγαπάει να ακούει και να βλέπει, ο 35χρονος Βεσλεμές προσπάθησε φέτος, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, να ανταποκριθεί σε δυο προκλήσεις που έθεσε για τον εαυτό του.

Από τη μία θα επιχειρούσε να αναπαραστήσει κινηματογραφικά μια στιγμή μέσα στο χρόνο την οποία προφανώς είχε μυθοποιήσει και αποτυπώσει ρομαντικά στο μυαλό του, και από την άλλη θα προσπαθούσε να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις προσωπικές του εμμονές και τις pop culture σταθερές του στο ίδιο φιλμ.

Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ονομάστηκε «Νορβηγία», παίρνοντας τον τίτλο της από το τελευταίο τραγούδι που βρισκόταν στο άλμπουμ των Χωρίς Περιδέραιο. Φυλές του περιθωρίου, περιπλανώμενα βαμπίρ, μοιραίες γυναίκες και φαντάσματα των ημερών της βιντεοκασέτας και της Πασοκικής Ελλάδας βολτάρουν στις εικόνες της, είτε χορεύοντας στην πίστα της Rebound (η οποία εδώ έχει μετονομαστεί σε Ντίσκο Ζαρντόζ), είτε διαλέγοντας τη γωνιά τους σε μια ατέλειωτη νύχτα κινδύνου και πιθανοτήτων.

Στη μέση όλων βρίσκεται ο Ζανό, ένας βρικόλακας που τυχαίνει να είναι και δεινός χορευτής, αν μη τι άλλο επειδή πιστεύει πως αν σταματήσει να χορεύει, θα πάψει να χτυπάει και η καρδιά του. Αναζητώντας λίγο αίμα, αλλά και ένα «ζεστό κορίτσι» στην Αθήνα του 1984, ο Ζανό καταλήγει σε ένα ύποπτο καταγώγιο, γνωρίζεται με μια γοητευτική πόρνη και τον λιγομίλητο dealer φίλο της και αφήνεται να παρασυρθεί από αυτούς σε μια αλλόκοτη αποστολή.

Τις λεπτομέρειες του υπόλοιπου φιλμ είναι προτιμότερο να τις ανακαλύψει κάθε θεατής από μόνος του, παρ' όλο που αν υπάρχει μια βασική αδυναμία στην ταινία, αυτή είναι ακριβώς το προσχηματικό σενάριο πάνω στο οποίο βασίζεται και το οποίο εξαντλείται γρήγορα, αφήνοντας τις ταχυδακτυλουργίες της σκηνοθεσίας, μια καλά συντηρούμενη αίσθηση παραλόγου και μια απολαυστική ερμηνεία από τον εξαίρετο Βαγγέλη Μουρίκη να συμπληρώσουν τα κενά.

Παρά τους σεναριακούς περιορισμούς και τον σφιχτό προϋπολογισμό που υποψιάζομαι ότι είχε στη διάθεσή του, πάντως, ο Γιάννης Βεσλεμές ανταποκρίνεται με αυθορμητισμό, με παιχνιδιάρικη διάθεση, με άκρως λειτουργική σκηνογραφική αντίληψη και με μια σχεδόν εφηβική φαντασία η οποία αδειάζει στην οθόνη αναφορές και ιδέες, όπως ένας μπόμπιρας σκορπίζει άτακτα τα Lego του στο πάτωμα.

Και επειδή η «Νορβηγία» είναι λιγότερο μια συμβατική ταινία και περισσότερο ένα φιλμικό παιχνίδι που ξέρει σε ποιο κοινό απευθύνεται και σε ποιους θεατές να κλείσει το μάτι, το στοίχημα είναι κερδισμένο:

Όπως οι θαμώνες της Rebound, που εξακολουθεί να λειτουργεί στην πλατεία Αμερικής, πεισματικά σταματημένη για πάντα στο 1980 και με εκλεκτή πελατεία της αυθεντικούς νυκτόβιους οι οποίοι βγαίνουν πάντα μετά τα μεσάνυχτα, λικνίζονται στο διηνεκές κάτω από πολυκαιρισμένες ντισκομπάλες, πίνουν και καπνίζουν ρέμπελοι σε ημιφωτισμένα υπόγεια, χορεύουν σαν νεκροζώντανοι αλλοτινών καιρών και νιώθουν μέλη της ίδιας συνομωσίας, έτσι και η «Νορβηγία» ονειρεύεται τα δικά της eighties και μέσα τους τοποθετεί ένα γοητευτικά αυθαίρετο μικρό σύμπαν για θεατές πρωτίστως χιουμορίστες.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search