Menu

Στα Χρόνια της Βίας

Εξοχα ερμηνευμένο, μεθοδικά σκηνοθετημένο και στιβαρό φιλμ παλιάς σχολής, που θυμίζει το ένδοξο αμερικανικό σινεμά του ’70 και προσαρμόζει μια προβληματική ανάλογη με εκείνη του θρυλικού «Νονού» στις διαστάσεις ενός μικρότερου, αλλά εξίσου πολυδιάστατου οικογενειακού δράματος.

Τρεις μεγάλου μήκους ταινίες έχει υπογράψει μέχρι στιγμής ο αμερικανικής καταγωγής Τζέι Σι Τσάντορ και καθεμιά τους δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική από την άλλη. Στο πλούσιο διαλογικά και πολυφωνικό σε χαρακτήρες «Margin Call» (στα ελληνικά είχε μεταφραστεί ως «Ο Δρόμος του Χρήματος») του 2011, ο σκηνοθέτης παρακολουθούσε ένα αγωνιώδες 36ωρο στις ζωές μιας ομάδας χρηματιστών οι οποίοι έρχονται κατά μέτωπο αντιμέτωποι με το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης του 2007.

Δύο χρόνια μετά, στη ναυτική περιπέτεια «Όλα Χάθηκαν» («All is Lost»), οι πολυάριθμοι χαρακτήρες εξαφανίζονται ολοσχερώς και στην οθόνη απομένει ένας μόνο ήρωας και οι προσπάθειές του να επιβιώσει μόνος και αβοήθητος, πάνω σε μια μικρή βάρκα η οποία βολοδέρνει στη μέση ενός μανιασμένου πελάγους.

Με τα «Χρόνια της Βίας», ο 42χρονος Τσάντορ αλλάζει και πάλι είδος, εν μέρει και ύφος, αγναντεύοντας από το 2015 το θρυλικό αμερικανικό σινεμά της δεκαετίας του '70 και πιο συγκεκριμένα τα ρεαλιστικά αστυνομικά δράματα που γύριζε εκείνη την εποχή ο Σίντνεϊ Λιουμέτ (όπως το «Σέρπικο» και το «Τον Έλεγαν Πρίγκηπα της Πόλης»), θέλοντας να διηγηθεί την περίπτωση ενός ανθρώπου ο οποίος προσπαθεί εις μάτην να παραμείνει ενάρετος στο μέσο μιας ατομιστικής εποχής και ενός αδίστακτου καπιταλιστικού συστήματος που μονίμως ενθαρρύνει για το αντίθετο.

Για να διηγηθεί την ιστορία του, ο Τσάντορ ταξιδεύει πίσω στο 1981, μια χρονιά σημαδιακή για το Νεοϋορκέζικο σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το φιλμ, αφού κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους η μητρόπολη γνώρισε μια κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας και της ανομίας, λίγο καιρό πριν ο δήμαρχος Τζουλιάνι δρομολογήσει τις περίφημες εκκαθαρίσεις του, εκείνες που οδήγησαν πρώην κακόφημες περιοχές όπως το Μπρούκλιν, το Μπρονξ και το Κουίνς στο να γίνουν ασφαλείς τόποι κατοικίας.

Βουτηγμένη στον κίνδυνο, στην πολιτικοκοινωνική διαφθορά και σε μια ηθική αμφισημία η οποία φαινόταν να επεκτείνεται σε όλους τους τομείς της τότε αμερικανικής ζωής, η χειμερινή Νέα Υόρκη των αρχών του ’80 στέκει ως ιδανικό υπόβαθρο για να εκτυλιχθεί μπροστά του ένα οικογενειακό και υπαρξιακό δράμα κλιμακούμενης ψυχολογικής έντασης.

Εξαιρετικοί στους ρόλους τους, ο Οσκαρ Αϊζακ (που μοιάζει εντυπωσιακά στον Αλ Πατσίνο των ημερών του '70) και η Τζέσικα Τσαστέιν υποδύονται ένα ζευγάρι το οποίο προσπαθεί να επεκτείνει με νόμιμους τρόπους μια μικρή επιχείρηση πετρελαίου θέρμανσης στο Μπρούκλιν, η οποία δείχνει να κερδίζει ολοένα περισσότερο έδαφος.

Το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία στους ανταγωνιστές και άγχος στον τίμιο ήρωα, μετανάστη στις Ηνωμένες Πολιτείες και προσβεβλημένο από το αμερικανικό όνειρο, ο οποίος πασχίζει να μην ενδώσει στους τραμπουκισμούς των (αθέατων) αντιπάλων του και τα βίαια επεισόδια που πληθαίνουν εναντίον των υπαλλήλων του, αλλά και να μην υποκύψει στις ολοένα και αυξανόμενες προτροπές της όχι και τόσο αθώας συζύγου του να ακολουθήσει το δρόμο της παρανομίας και του εκφοβισμού για να εξυπηρετήσει τους επιχειρηματικούς στόχους του.

Με απλό και ευθύ τρόπο, οριοθετώντας χρονικά τη δράση σε ένα περιθώριο τριών ηλεκτρισμένων ημερών, ο Τσάντορ παρακολουθεί τη μεταστροφή ενός ανθρώπου ο οποίος αναγκάζεται να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ο παραβατικός δρόμος είναι ο πραγματικός και μόνος αποδεκτός American way.

Στα χέρια ενός από τους κυρίαρχους σκηνοθέτες των seventies, όπως ήταν π.χ. ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, μια τέτοια ταινία θα μπορούσε πιθανόν να έχει μεγεθυνθεί στις διαστάσεις ενός οπερατικού και πληθωρικού γκανγκστερικού έπους όπως ο «Νονός».

Ο Τσάντορ προτιμά, παρ' όλα αυτά, να ακολουθήσει πιο νατουραλιστικές και ψύχραιμες μεθόδους στην αφήγηση, εστιάζοντας την κάμερά του στα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, κρατώντας τη βία που επικαλείται ο τίτλος συνήθως εκτός πλάνου, προκειμένου να εστιάσει στην εσωτερική πάλη του πρωταγωνιστή του, και φέρνοντας σε διαρκή (και απολύτως λειτουργική σε επίπεδο ατμόσφαιρας) αντιπαράθεση τη θαλπωρή των ημιφωτισμένων εσωτερικών χώρων με το ψυχρό και ανελέητο λευκό του χιονισμένου χειμώνα που καραδοκεί έξω.

Προσγειωμένα στα απαραίτητα, αλλά με ένα βάρος και μια ακρίβεια που φανερώνουν ότι το φιλμ θα μπορούσε να ανήκει κάλλιστα σε κάποιο βετεράνο δημιουργό, και όχι σε ένα νεαρό σκηνοθέτη ο οποίος βρίσκεται μόλις στην τρίτη του δουλειά, τα «Χρόνια της Βίας» επικεντρώνονται εκεί που επιθυμούν εξαρχής: σε μια μετωπική σύγκρουση μεταξύ της αρετής και της δολιοφθοράς, του καθήκοντος και του ωφελισμού, της φιλοδοξίας και του σκοτεινού τιμήματός της. Με απώλειες όχι μόνο σωματικές, αλλά κυρίως ηθικές.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ