Menu

Το Τελευταίο Φιλί του Κάιζερ

Βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Άλαν Τζόυντ, το φιλμ του πρωτοεμφανιζόμενου Ντέιβιντ Λεβό προσφέρει ελάχιστα παραπάνω από ένα τηλεοπτικής αισθητικής ξεφτισμένο ρομάντζο των απαρχών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, συνοδευμένο από παιδιάστικες ηθικολογίες και αρκετά χασμουρητά.

Χρονικά τοποθετημένο την περίοδο της εισβολής της Γερμανίας στις Κάτω Χώρες, αλλά μακριά από τις γραμμές πυρός, το κινηματογραφικό ντεμπούτο του γνωστού Βρετανού θεατρικού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λεβό, αφηγείται την ιστορία Λοχαγού Σέφαν Μπράντ (ο Τζάι Κόρτνεϊ της «Ομάδας Αυτοκτονίας»), ενός παρασημοφορημένου Γερμανού αξιωματικού των Ες Ες, ο οποίος διορίζεται υπεύθυνος της προσωπικής φρουράς του αυτοεξόριστου στην Ολλανδία από το 1918 (μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο) Κάιζερ Βίλχελμ του Β', καθώς η κυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ φοβάται ότι ο έκπτωτος μονάρχης μπορεί να γίνει στόχος μιας συμβολικής δολοφονίας από κατασκόπους του εχθρού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πολυτελή εξοχική κατοικία, θα συναντήσει (και προφανώς θα ερωτευτεί) την Ολλανδή καμαριέρα Μίκε (Λίλι Άλεν), μη γνωρίζοντας ότι σύντομα θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στις προσταγές της καρδίας του και το χρέος του απέναντι στην πατρίδα.

Ο Λεβό, αντανακλώντας τον επεισοδικό χαρακτήρα της ελεύθερης διασκευής του μυθιστορήματος από τον σεναριογράφο Σάιμον Μπερκ, κατασκευάζει την ταινία του με κανόνες τηλεοπτικής αισθητικής, θυμίζοντας λιγάκι τον «Τελευταίο Σταθμό» του Μαίκλ Χόφμαν με τον οποίο η ταινία μοιράζεται και τον ίδιο βασικό πρωταγωνιστή. Ο Κρίστοφερ Πλάμερ, μοιάζοντας με τον Λοχαγό Φον Τράπ της «Μελωδίας της Ευτυχίας» μετά από σαράντα χρόνια, ερμηνεύει με μεγαλοπρέπεια και εκκεντρική ματαιοδοξία τον Γερμανό Κάιζερ, ο οποίος, αφού επιδίδεται σε καθημερινές στρατιωτικές ενημερώσεις που φέρνουν περισσότερο στο νου κινήσεις από πιόνια σε επιτραπέζιο παιχνίδι, περνά τον υπόλοιπο χρόνο του ταΐζοντας τις πάπιες και μουρμουρίζοντας για τη χαμένη του δόξα. Η μονοδιάστατη αποτύπωση του χαρακτήρα φτάνει σε τέτοιο σημείο, που νομίζεις ότι ο μοναδικός στόχος του φιλμ είναι να σε κάνει να συμπαθήσεις εξ αρχής τον αξιαγάπητο μονάρχη, ο οποίος μπορεί μεν να εκφράζει τις φασιστικές του ιδεολογίες, αλλά με κλάση και λεπτότητα, όπως θα άρμοζε σε έναν Πρώσο αριστοκράτη (να θυμίσουμε απλά το αμίμητο σχόλιο του πραγματικού ιστορικού προσώπου, ότι οι Εβραίοι ήταν «ένα πρόβλημα που η ανθρωπότητα πρέπει να ξεφορτωθεί … πιστεύω ότι το καλύτερο θα ήταν οι θάλαμοι αερίων!»).

ένα δακρύβρεχτο και εξαιρετικά προβλέψιμο, τηλεοπτικού τύπου ιστορικό μελό…

Η ίδια επιφανειακότητα χαρακτηρίζει και τους υπόλοιπους κεντρικούς χαρακτήρες, από την ντροπαλή καμαριέρα έως τον ερωτοχτυπημένο λοχαγό, του οποίου το καλοσχηματισμένο σώμα απαθανατίζεται κάτω από όλες τις πιθανές γωνίες λήψης. Το δε ρομάντζο που τροφοδοτεί τη βασική εξέλιξη της πλοκής μοιάζει εξαιρετικά βεβιασμένο, οδηγώντας το φιλμ σε ένα ακατάσχετο μελοδραματισμό μιας άλλης κινηματογραφικής εποχής, συνυφασμένης ίσως με αυτής στην οποία το φιλμ αναφέρεται. Τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, όταν στο σπίτι έρχεται η είδηση της επίσκεψης του δεξιού χεριού του Χίτλερ, Χάινριχ Χίμλερ (με τον Έντι Μάρσαν να μανιερίζει ακατάσχετα), ο οποίος θα αποκαλύψει με απόλυτη απάθεια, τη βιαιότητα των πρακτικών εξόντωσης της Ναζιστικής κυβέρνησης. Εκεί είναι που το φιλμ χάνει τελικά οποιαδήποτε αίσθηση του μέτρου και της ισορροπίας, μετατρέποντας τους σοκαρισμένους χαρακτήρες σε ευαίσθητους πασιφιστές, που ναι μεν έμαθαν να υπηρετούν τα κατακτητικά ιδεώδη της πατρίδας τους, αλλά με ανθρωπισμό και σεβασμό προς τους εχθρούς τους (sic!).

Συμπεραίνοντας, «Το Τελευταίο Φιλί του Κάιζερ» (του οποίου ο πρωτότυπος τίτλος, μεταφράζεται ως «η εξαίρεση», αναφερόμενος έκδηλα στον ευαίσθητο Λοχαγό Μπραντ, και ίσως πιο συγκαλυμμένα  στον ίδιο τον εξόριστο βασιλιά) είναι μια ταινία που καταπνίγει τις όποιες, μικρές αρετές της μέσα σε ένα δακρύβρεχτο και εξαιρετικά προβλέψιμο, τηλεοπτικού τύπου ιστορικό μελό, γεμάτο αφελείς διαλόγους, ενοχλητική μουσική επένδυση, ακατάσχετο ρομαντισμό και συμβατικές ηθικολογίες. Δυστυχώς, το χάρισμα και η γοητεία του Πλάμερ δεν αποδεικνύονται τελικώς αρκετά. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search