“Νεοφεμινισμός”: Ένας διχαστικός όρος

Δύο φεμινίστριες εξηγούν με επιχειρήματα γιατί ήταν ατυχής η επιλογή της συγκεκριμένης λέξης σε ένα από τα κείμενα των φετινών πανελληνίων εξετάσεων στο μάθημα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, καταλήγοντας ότι είναι επικίνδυνη και άδικη για το ίδιο το κίνημα και τις προθέσεις του φεμινισμού.

Φωτεινή Σίμου 13 Ιουλ. 23
“Νεοφεμινισμός”: Ένας διχαστικός όρος

Μαρίνα Μαροπούλου, Ανθρωπολόγος Δικαίου
«Ο αμφιλεγόμενος όρος “νεοφεμινισμός” αποτελεί έναν νεολογισμό γαλλικής κοπής και αυστηρά γαλλικής χρήσης. Εκτός του γαλλικού πλαισίου, για παράδειγμα στον αγγλοσαξωνικό χώρο, η λέξη/όρος όχι μόνο δεν χρησιμοποιείται, αλλά δεν έχει και νόημα. Ο όρος ξεπήδησε στη γαλλική δημόσια συζήτηση τη δεκαετία του 2010, προκειμένου να χρωματίσει αρνητικά, απαξιωτικά και υποτιμητικά το φάσμα των νέων φεμινιστικών αγώνων, των πολύμορφων σχετικών δράσεων, καθώς και των νεοφανών -και θεαματικών- πρακτικών αποκάλυψης και καταγγελίας (βλ. #metoo) ποικίλων μορφών έμφυλης και σεξιστικής βίας που υφίστανται οι γυναίκες στην επαγγελματική και την ιδιωτική τους ζωή, έως τώρα με την ανοχή της κοινωνίας και την ατιμωρησία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Οι νέοι αγώνες διεκδικούν -και μέσα από την ποινικοποίηση σεξιστικών και σεξουαλικών συμπεριφορών που θίγουν θεμελιώδη γυναικεία ανθρώπινα δικαιώματα- να τεθεί οριστικό τέλος σε μια παγιωμένη κατάσταση πραγμάτων, ασυμβίβαστη πλέον με τις επιταγές του σύγχρονου πολιτισμού της έμφυλης ισότητας.

Με το πρόθεμα “νέο“ που συγκολλούν στη λέξη “φεμινισμός”, οι θιασώτες αυτής της νέας ορολογίας επιχειρούν να θέσουν σε αντιπαράθεση -ή τουλάχιστον σε απόσταση- τον σύγχρονο φεμινισμό προς τον χρονικά προγενέστερό του “κλασικό“ ή “καθιερωμένο“ φεμινισμό, ο οποίος κινούνταν στην ίδια γραμμή πλεύσης με τις μοντέρνες επαναστάσεις για ελευθερία και χειραφέτηση. Τους αγώνες, δηλαδή, για ισοπολιτεία και εξίσωση ανδρών και γυναικών στη δημόσια, κοινωνική και ιδιωτική ζωή (δικαίωμα ψήφου, ίση αμοιβή για ίση δουλειά, ισότιμη πρόσβαση σε όλα τα επαγγέλματα, ισοτιμία συζύγων στην οικογένεια, δικαίωμα στην αντισύλληψη κ.λπ.). Ο σύγχρονος νεοφεμινισμός, αντίθετα, θεωρείται πως γυρνά την πλάτη στους “αληθινούς“ αγώνες για ισότητα και μεταθέτει το κέντρο εστίασης στην έμφυλη διαφορά, στη σεξουαλικότητα και στη σχετιζόμενη με αυτές σφαίρα της ιδιωτικότητας. Τα τρία αυτά νέα πεδία ενδιαφέροντος μπαίνουν στο στόχαστρό του, ανανοηματοδοτούμενα ως “σκοτεινές“ πηγές παραγωγής και διαιώνισης έμφυλων σχέσεων εξουσιαστικής εκμετάλλευσης και υποτέλειας. Εδώ, το γυναικείο υποκείμενο εξακολουθεί να εκλαμβάνεται όχι ως αυτόνομο υποκείμενο, αλλά ως σκέτο αντικείμενο υπό κατοχή ή ιδιοκτησία, εγκλεισμένο και υποταγμένο σε ένα σώμα-αντικείμενο, δίχως ικανότητα λόγου ή πρωτογενούς επιθυμίας. Στην πραγματικότητα, όμως, για την αντίληψη των θιασωτών του όρου, η νέα φεμινιστική “εμμονή“ στην πολιτικοποίηση του “ερωτικού“ υποκρύπτει ένα κυνήγι εκδικητικό και ένα παθιασμένο μίσος κατά “αθώων“ ανδρών. Κοντολογίς, ο νεοφεμινισμός θεωρείται πως ποινικοποιεί, απλώς και μόνο, την αντρική ερωτική επιθυμία.

Η αντιπαραθετική και διαχωριστική λογική που εισάγει ο όρος αυτός μεταξύ ενός “παλαιού“ και ενός “νέου“ φεμινισμού, πέρα από το ότι εισηγείται μια αχρείαστη “διαμάχη γενεών“ στο εσωτερικό του φεμινιστικού ακτιβισμού, συσκοτίζει την κατανόηση των λόγων που έχουν οδηγήσει στην επανανοηματοδότηση των προτεραιοτήτων του φεμινισμού σήμερα. Γιατί, αν οι μορφές και οι αιχμές του αγώνα είναι καινούριες, ο ίδιος ο αγώνας είναι παλαιός. Είναι ο ίδιος αγώνας του φεμινισμού εναντίον της πατριαρχίας.

Ενώ λοιπόν ο σημερινός φεμινισμός αυτοκατανοείται ως μια νέα επανεκκίνηση του παλαιού αγώνα εναντίον της πατριαρχίας, με επίκεντρο αυτή τη φορά τον μέχρι τώρα αδιερεύνητο χώρο της σεξουαλικότητας, ο ειρωνικής απόχρωσης νεολογισμός “νεοφεμινισμός“ του “κουνά το δάχτυλο“ σαν να θέλει να τον συνετίσει, να τον κάνει να επιστρέψει σε μια προγενέστερη “ορθότητα“. Αυτή την πρόθεση αντανακλά ο νεολογισμός, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της συντήρησης και της αναπαραγωγής του διαχωρισμού που αποτυπώνει τη διάκριση μεταξύ ενός “κακού“ παρόντος και μιας “ιδανικής“ αφετηρίας, από την οποία ο παρών φεμινισμός έχει τάχα εκτραπεί. Σαν τον “κακό“ επίγονο που προδίδει τον “καλό“ γεννήτορα.

Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε έναν “παλαιό“ και έναν “νέο“ φεμινισμό είναι μη έγκυρος, επίσης και από μεθοδολογική σκοπιά. Μεταφράζει παραμορφωτικά τη θεωρητική κατασκευή των κυμάτων του φεμινισμού που έχει επινοήσει η φεμινιστική σκέψη, με την οποία περιγράφεται ένα δυναμικό χαρακτηριστικό της: το γεγονός, δηλαδή, πως αιτήματα και ιδέες της εισέρχονται κατά καιρούς δυναμικά στο προσκήνιο, κατακτούν ή ηττώνται και υποχωρούν για να επανέλθουν στη συνέχεια εκ νέου στο προσκήνιο, ανανεωμένα και επικαιροποιημένα, όπως τα κύματα της θάλασσας. Υπό αυτό το πρίσμα, ο διαχωρισμός είναι απαράδεκτος. Γιατί, παρά τις αντιπαραθέσεις και τις μεταξύ τους εντάσεις, ένα ανθεκτικό νήμα συνδέει τα κύματα του φεμινισμού, το οποίο και αποτρέπει την απομόνωση και εξουδετερώνει την απόσταση. Κανένα από τα κύματα δεν είναι “ξεπερασμένο“, κανένα δεν είναι “παλαιό“.

Επιπρόσθετα, ο ουσιαστικά αντιφεμινιστικός όρος “νεοφεμινισμός“ είναι και αντι-επιστημονικός. Ενώ υποτίθεται πως αποτιμά τη φεμινιστική σκέψη και δράση από την πλευρά ενός ουδέτερου, “αντικειμενικού“ παρατηρητή, θεωρεί τον φεμινισμό σαν ένα κλειστό αυτο-αναφορικό κύκλωμα, δίχως συνάψεις με το ευρύτερο θεωρητικό και κοινωνικό πλαίσιο, δίχως να επισημαίνει τη διαρκώς ζωντανή συνομιλία του με την κοινωνική θεωρία και τις αλλαγές των παραδειγμάτων της, δίχως να αναδεικνύει το πώς ο φεμινισμός επηρεάζεται και επιδρά με το εκάστοτε περιβάλλον, μέσα στο οποίο, ως ιστορική -και επομένως οριοθετημένη- σκέψη και δράση, κάνει αισθητή την παρουσία και τη σημασία του».

*H Μαρίνα Μαροπούλου διδάσκει το μάθημα Φεμινισμός και Δίκαιο στην Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

Ειρήνη Γεωργή, Σύμβουλος Dating & Συγγραφέας 
«Ομολογώ ότι δεν είχα ιδέα τι είναι ο “νεοφεμινισμός“ και όταν διάβασα τα θέματα, αναρωτήθηκα: “Δηλαδή εγώ που αυτοπροσδιορίζομαι ως φεμινίστρια μόλις την τελευταία δεκαετία, θεωρούμαι νεοφεμινίστρια; Παρ’ όλο που είμαι 46 χρόνων;” Έμαθα, λοιπόν, ότι ο όρος “νεοφεμινισμός“ χρησιμοποιείται από τον alt-right χώρο (δηλαδή από την ακροδεξιά) για να υποτιμήσει τον φεμινισμό, και όλα άρχισαν να βγάζουν νόημα. Κατάλαβαν, επιτέλους, πόσο γελοίο είναι να μας αποκαλούν “φεμιναζί” και να παρομοιάζουν ένα κίνημα που αγωνίζεται για την ισότητα με ένα κίνημα που έκανε ακριβώς το αντίθετο, βρίσκοντας έναν πιο υπόγειο τρόπο για να μας χτυπήσουν και να μη μας δίνουν λαβή να διαμαρτυρηθούμε.

Εμείς οι νεοφεμινίστριες, λέει το κείμενο των εξετάσεων, υποστηρίζουμε ότι “οι γυναίκες είναι μια ομάδα θυμάτων που διατρέχει μονίμως τον κίνδυνο να υποστεί βία κάθε μορφής, επειδή είναι γυναίκες“.

Το κείμενο μας παρουσιάζει ως υπερβολικές. Εν τω μεταξύ, σε όλο τον κόσμο, αυτή τη στιγμή, μπαίνει στο νομικό πλαίσιο η έννοια εγκλημάτων μίσους με γνώμονα το φύλο, όπως υπάρχουν εγκλήματα μίσους με γνώμονα π.χ. τη φυλή. Πώς ορίζονται τα εγκλήματα μίσους; Από το κίνητρο, που βασίζεται σε διάκριση και προκατάληψη. Δηλαδή, αν τα εγκλήματα διαπράχθηκαν επειδή το θύμα ήταν γυναίκα (ή μαύρο άτομο ή γκέι ή τρανς), τότε είναι εγκλήματα μίσους.

Μέσα στα τελευταία χρόνια έχουν συμβεί δεκάδες γυναικοκτονίες, που επιτέλους τις λέμε με το όνομά τους και όχι με τον ροζ φιόγκο των εγκλημάτων πάθους, και αυτές οι γυναικοκτονίες είναι δολοφονίες που διαπράχθηκαν επειδή τα θύματα ήταν γυναίκες. Δεν ήταν τυχαίο, δεν τις πυροβόλησαν σε ένοπλη ληστεία. Όχι. Έγιναν θύματα επειδή, για παράδειγμα, είπαν “όχι” σε έναν άντρα ή θέλησαν να ξεφύγουν από έναν σύντροφο που θεωρούσε ότι του ανήκαν. Αν ήταν άντρες, θα ήταν ζωντανές. Αλλά ήταν γυναίκες. Και φταίμε εμείς που είμαστε υπερβολικές. Ας χαλαρώσουμε. Είναι τόσο έντονος ο διάλογος περί θύματος, ώστε, ενίοτε το να είσαι θύμα γίνεται εύσημο, πρόκειται για ιδεολογία που εκφράζεται ως “πάθος για θυματοποίηση”. Γράφω για την κουλτούρα του βιασμού εδώ και επτά χρόνια. Ξεκίνησα να γράφω χρησιμοποιώντας τους βιασμούς μου ως αφορμή. Αυτό που με έκανε να συνεχίσω, δεν ήταν ότι ένιωθα θύμα. Ήταν ότι έλαβα εκατοντάδες και αργότερα χιλιάδες μηνύματα από άλλες γυναίκες, που μου διηγούνταν τις ιστορίες των δικών τους βιασμών, χωρίς να αναφέρουν ποτέ τη λέξη “βιασμός“ και ρωτώντας εμένα τι ήταν αυτό που τους συνέβη. Ρωτούσαν εμένα γιατί δεν ήθελαν ούτε να το δουν, ούτε να το σκεφτούν ούτε να το πιστέψουν οι ίδιες. Μετά τα χιλιάδες μηνύματα, ξέρετε τι γνωρίζω πέρα από οποιαδήποτε αμφιβολία; Ότι καμία, μα καμία γυναίκα δεν θέλει να είναι θύμα.

Όλες χαρήκαμε όταν είδαμε να πέφτει θέμα στις εξετάσεις ο φεμινισμός. “Επιτέλους“, σκεφτήκαμε. Αλλά η επιλογή αυτού του κειμένου, όταν ο κόσμος ακόμα δεν έχει καταλάβει ούτε τα βασικά, όταν ακόμα δεν έχει γίνει κτήμα της κοινωνίας ούτε κατά διάνοια το νόημα του μισογυνισμού και της κουλτούρας του βιασμού, είναι προβληματική. Μιας και το όλο σκεπτικό ουσιαστικά ακυρώνει το #metoo. Όλες τις γυναικείες φωνές που, επιτέλους, ακούστηκαν, ενώ ως τώρα έμεναν σιωπηλές. Ε όχι, δεν το αφήνω να περάσει έτσι. Γιατί δεν είμαι νεοφεμινίστρια. Είμαι παλαιοφεμινίστρια».

*Η Ειρήνη Γεωργή πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο Αυτός Που Θέλουν οι Γυναίκες: Οδηγός Dating για Άντρες Από Μια Φεμινίστρια (εκδ. Key Books).

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΣΟΥΡΒΙΝΟΥ

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!