Αλέξανδρος Βούλγαρης: «Οι ταινίες είναι ο τρόπος μου να προσεύχομαι»

Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Βούλγαρης πήρε από το χέρι τη Σοφία Κόκκαλη και τη Βίκυ Καγιά και τις πήγε μια κινηματογραφική, πολύ προσωπική βόλτα καταγωγής στο Πολύδροσο, εκεί όπου μεγάλωσαν και οι τρεις. Συζητήσαμε μαζί του για τη βία της τρυφερότητας, τον φόβο της απώλειας και τη συγκίνηση πίσω από τα μέρη, τις ταινίες, τις ζωές και τις ημέρες που δεν συμβαίνει τίποτα.

Φωτεινή Σίμου 14 Μαΐ. 24
Αλέξανδρος Βούλγαρης: «Οι ταινίες είναι ο τρόπος μου να προσεύχομαι»

O χρόνος είναι ένας ομφάλιος λώρος που, ακόμη και όταν κόβεται, μας οδηγεί, μας φτάνει και μας θρέφει συνέχεια, μέχρι το τέλος. Εμάς, αλλά και τους τόπους που γεννηθήκαμε ή που γεννήσαμε. Τους τόπους και τα σπίτια. Και ό,τι θεωρεί ο καθένας ως τέτοια. Γιατί σπίτια δεν είναι μόνο εκεί που στήνουμε τα κυριακάτικα γεύματα, που κοιμόμαστε, που ανάβουμε το τζάκι, που ξαπλώνουμε στους καναπέδες, που πρωτοπερπατήσαμε. Σπίτια γίνονται και οι άνθρωποι, οι ρόλοι μας που μας δίνονται απαρχής. Σπίτι ή τόπος μπορεί να γίνει το ότι είσαι κόρη ή ότι έγινες μάνα.
Στα σπίτια και στους τόπους υπάρχουν φαντάσματα. Αλίμονο αν δεν υπήρχαν! Φαντάσματα ξένα, οικογενειακά, αρχαία, από το παρελθόν, από το μέλλον, φιλικά, εχθρικά, χρήσιμα, δαιμόνια. Φαντάσματα της προηγούμενης ημέρας ή της νύχτας. Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνα τα φαντάσματα που δεν περίμεναν να πεθάνει κάτι για να εμφανιστούν με την πρόθεση να κάνουν παρέα στα “κανονικά” φαντάσματα, αυτά που τα ξύπνησαν οι θάνατοι, οι ερημώσεις, οι εγκαταλείψεις και τα “αντίο”. Τα “φαντάσματα-εμείς” που δεν περίμεναν να πεθάνουμε για να εμφανιστούν υπό την ασφάλεια της απουσίας μας. Εμφανίζονται για να μας κάνουν παρέα. Μας συντροφεύουν. Και αυτό ως σκέψη είναι ένας είδος νίκης, απελευθέρωσης, κατανόησης, τρυφερότητας απέναντι στον θάνατο και τη βία του θανάτου, την οποία δεν χρειάζεται να παραβλέπουμε. Ποτέ δεν θα χρειαστεί. Αλλά το να παρατηρήσουμε το πώς το στοίχειωμα μπορεί να γίνει φροντίδα, είναι ένας άλλος τρόπος να τον αντιληφθείς χωρίς απαραίτητα να χαριεντιστείς μαζί του. Μία από τις σοφίες -και οι δύο ηρωίδες έχουν το όνοµα Σοφία- που μπορεί να παρακολουθήσεις στο Πολύδροσο είναι αυτή: το ότι υπάρχει ένας τόπος στοιχειωμένος από την τρυφερότητα της όποιας επιστροφής που έχουν και τα φαντάσματα. Και έναν τέτοιο τόπο έχουμε όλοι, όλες και όλα. Και είναι δικός μας. Τόσο δικός μας, που ίσως και να μπορεί να γίνει η θέση μας από την οποία μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Και αυτή η θέση μπορεί να είναι όποια θέλουμε εμείς. Να είναι η εξ επιλογής καταγωγή μας .
Στο δικό του Πολύδροσο, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης καθοδηγεί τις δύο πρωταγωνίστριές του σε μια τέτοια θέση-ιστορία μητέρας κόρης που η έντασή της δεν βρίσκεται στην εξέλιξη, αλλά στον χρόνο που πλέκει τον ομφάλιο λώρο αυτής της καταγωγής η οποία μας οδηγεί σε κάποιο σπίτι, τόπο, είδος αγάπης, ζωή,  θάνατο ή σε ένα τίποτα.

Διανύουµε τις ηµέρες που υπάρχει έντονη συζήτηση για το ποιος μπορεί να κάνει τέχνη και με τι; Ποιος έχει το δικαίωµα ή τη σωστή πρόθεση να επικοινωνήσει καλύτερα ένα βίωµα που δεν του ανήκει. Στο Πολύδροσο ασχολείστε, όντας άντρας δηµιουργός, µε τη σχέση µητέρας κόρης. Σας ανησυχεί πλέον το πώς θα µεταφέρετε όσο πιο ειλικρινά και αληθινά γίνεται µια τέτοια σχέση;
Για εµένα, στην τέχνη όλοι έχουν δικαίωµα να κάνουν ό,τι θέλουν και όλοι έχουν δικαίωµα αυτό να το κρίνουν. Το ότι κάποιος θα το κρίνει, δεν σηµαίνει ότι εσύ δεν θα το κάνεις, αλλά ούτε και ότι δεν θα κριθείς γι’ αυτό. Δεν σταµατάµε να κάνουµε κάτι αν σε κάποιους δεν αρέσει. Εκτός αν παύει να σου αρέσει εσένα ή αν το φοβηθείς. Κάθε φορά που γράφω τραγούδια ή κάνω ταινίες δεν σκέφτοµαι ότι αυτό που κάνω µιλάει για µια γυναίκα ή για έναν άντρα. Δεν έχω σκεφτεί ποτέ «µια γυναίκα θα το έκανε αυτό ή θα το έλεγε έτσι;». Γράφω πράγµατα που θέλω και τα φύλα µέσα σε αυτά είναι αρκετά ρευστά. Πολλές φορές, η ιστορία που λέω εξαρτάται και από τον άνθρωπο µε τον οποίο επιθυµώ να συνεργαστώ. Μπορεί να ήθελα να µιλήσω για τη σχέση ενός πατέρα µε τον γιο του, αλλά περισσότερο ήθελα να συνεργαστώ µε τη Σοφία Κόκκαλη. Για εµένα αυτό είναι πιο σηµαντικό ως επιλογή. Οπότε γράφτηκε ένα σενάριο για µια κόρη και µια µητέρα. Ωστόσο, γνωρίζω ότι γίνεται αυτή η κουβέντα και καλώς κάνει και γίνεται και ξέρω ότι κάποιοι µπορούν να κρίνουν την κάθε µου επιλογή και απόφαση, είτε θετικά είτε αρνητικά. Είναι ένα πράγµα που είµαι διατεθειµένος να το αναλάβω και να το υπερασπιστώ. Όταν αφιερώνεις πέντε και έξι χρόνια για να κάνεις µια ταινία, δεν πρέπει να αφήνεις να σε επηρεάζει η άποψη κανενός γι’ αυτή. Ξέρεις από πριν ότι θα κριθείς. Ξέρεις ότι αυτό µπορεί να σε ενοχλήσει ή να σε στεναχωρήσει, αλλά µέσα σου οφείλεις να βάλεις έναν κόφτη, ώστε να µην επηρεαστεί η προσωπική σου σχέση µε το έργο που έφτιαξες. Όσον αφορά τα φύλα και το πώς λειτουργούν αυτά στις ταινίες ή στα τραγούδια µου, δουλεύω γύρω από αυτά τα θέµατα και διερωτώµαι για τα φύλα από το 2004 που ξεκίνησα. Είναι δοµικό στοιχείο της προσωπικότητάς µου. Δεν είναι κάτι που µε ενδιαφέρει φέτος και δεν θα µε νοιάζει του χρόνου. Είναι από τα βασικά στοιχεία και στη δουλειά µου.

Για πολλούς η επιλογή της Βίκυς Καγιά ως µία από τις πρωταγωνίστριες της ταινίας ήταν παράξενη.
Σύµφωνα µε τα πολλά µάτια, η Βίκυ και η Σοφία (Κόκκαλη) µπορεί να προέρχονται από διαφορετικές καταστάσεις. Σε προσωπικό και πιο ιδιωτικό επίπεδο, όµως, ίσως να µην ισχύει κάτι τέτοιο. Μπορεί να υπάρχουν πολύ περισσότερα κοινά στους ανθρώπους πίσω από τη δηµόσια εικόνα τους. Η αλήθεια είναι ότι είµαστε και οι τρεις από το ίδιο µέρος. Έχουµε µεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, στο Πολύδροσο. Ο ρόλος της Σοφίας ήταν γραµµένος για τη Σοφία εξαρχής. Ο ρόλος της µάνας, έτσι όπως ήταν γραµµένος, δεν µε ικανοποιούσε και είχα στο µυαλό µου ότι κάτι θέλω να αλλάξω. Εκείνη την περίοδο που το σκεφτόµουν, όντας ανοιχτός και προσπαθώντας να βρω τι να αλλάξω, είδα τη Βίκυ σε κάτι που έκανε στην τηλεόραση και κατευθείαν, σε δυο τρία λεπτά, όλα λύθηκαν µέσα µου. Είδα ακριβώς ποια θα ήταν η σχέση, τι χρειαζόταν να αλλάξει. Επίσης, την ήξερα τη Βίκυ από το Πολύδροσο, πηγαίναµε στο ίδιο σχολείο µαζί. Για εµένα αυτό είχε αρχίσει να γίνεται αρκετά σηµαντικό. Το να ξέρουν, δηλαδή, όσο το δυνατόν περισσότεροι συνεργάτες µου τι σηµαίνει Πολύδροσο. Οπότε το σκέφτηκα και άρχισα να το δουλεύω προς αυτή την κατεύθυνση. Πέρασε ενάµισης χρόνος που το σκεφτόµουν πολύ. Δεν είχε τύχει να συνεργαστώ µε ανθρώπους της φήµης της Βίκυς. Και είναι κάτι που, ιδανικά, δεν θέλω να µου συµβαίνει. Προτιµώ να µην έχω τέτοια άγχη, αλλά στην πορεία συνέχισα να θέλω να δουλέψω µαζί της. Όταν έφτασε η ώρα να γίνει η ταινία, αποφάσισα να την πάρω τηλέφωνο και να το συζητήσουµε. Ήταν πολύ θετική και κανόνισα να βρεθούµε να τις δω και τις δύο για να δω αν αυτό που είχα στο µυαλό µου ίσχυε. Ίσχυε επί δέκα. Οπότε το προχωρήσαµε.

Αλέξανδρος Βούλγαρης

H Σοφία Κόκκαλη και τη Βίκυ Καγιά πρωταγωνιστούν στο Πολύδροσο. Photo credit: Μυρτώ Τζίμα

Είπατε ότι το να είναι οι συντελεστές σας από το Πολύδροσο ήταν σηµαντικό. Τι είναι το Πολύδροσο;
Όλοι ξέρουν τι είναι η Δραπετσώνα, η Κηφισιά, το Κολωνάκι, τα Εξάρχεια. Είναι µέρη που έχουν µια πολύ συγκεκριµένη φήµη και πρόσηµο. Το Πολύδροσο δεν είναι ένα τέτοιο µέρος. Ο κόσµος δεν το ξέρει. Ακόµη και αν περάσεις από αυτή τη γειτονιά, δεν την πολυκαταλαβαίνεις. Είναι λίγο πιο… Twin Peaks. Εµείς, όταν µεγαλώναµε, λέγαµε ότι το Πολύδροσο είναι το Twin Peaks µας. Είναι ένα µέρος που δεν σου γεµίζει το µάτι, που φαίνεται πολύ ήρεµο, αλλά δεν είναι. Κρύβει πολλά πράγµατα από πίσω, αλλά και πολλά σκοτάδια, όπως όλα τα µέρη, αλλά από το Πολύδροσο δεν το περιµένεις αυτό περνώντας από εκεί. Επίσης, για όσους µένουν εκεί, γεννιούνται και µεγαλώνουν εκεί, το Πολύδροσο είναι όλος ο κόσµος τους. Οπότε, ένας άνθρωπος που δεν τα γνωρίζει αυτά, δεν θα ήταν εύκολο να το προσεγγίσει όλο αυτό ερµηνευτικά.

Για εσάς προσωπικά τι είναι; Είναι το µέρος όπου µεγάλωσα και έφυγα, µε ό,τι µπορεί να σηµαίνει αυτό. Στην ταινία, η πιο ενδιαφέρουσα διαδικασία για εµένα ήταν το ρεπεράζ, κατά την οποία έψαχνα τα µέρη για τα γυρίσµατα. Ήθελα να το κάνω µόνος µου, ώστε να µην επηρεάζοµαι από άλλους. Ήθελα να βρω το δικό µου Πολύδροσο. Και είχε πολύ ενδιαφέρον, γιατί έβλεπα το δικό µου Πολύδροσο, έστριβα το βλέµµα µου, µόλις 20 µοίρες δεξιά, και αυτό δεν υπήρχε. Ήταν πολύ συγκεκριµένα τα µέρη και τα στοιχεία που, για κάποιον λόγο, ταίριαζαν σε αυτό που ήθελα να κάνω.

Στην ταινία παίζουν ρόλο, εκτός από το µέρος, και οι χώροι, τα σπίτια, οι ατµόσφαιρές τους. Μέσα σε αυτά, έξω από αυτά.
Ναι, ήταν κάπως πιο σηµαντικά αυτά τα πράγµατα σε σχέση µε άλλες ταινίες. Κάπως µε ενδιέφερε το πώς ζωντανεύουµε τα µέρη και τα σπίτια µε βάση αυτά που έχουµε ζήσει. Τους δίνουµε µια υπόσταση, σαν κάτι να σηµαίνουν από ένα σηµείο και µετά. Αποκτούν, µε βάση τα βιώµατά µας, µια ατµόσφαιρα συγκεκριµένη, έχουν θερµοκρασίες. Επίσης, υπήρχε και µια πιο πρακτική και πιο κινηµατογραφική διεργασία σ’ αυτό. Για παράδειγµα, το σπίτι που κάναµε τα γυρίσµατα είναι το σπίτι που µεγάλωσα. Δεν το επέλεξα επειδή λειτουργούσε για το γύρισµα, αλλά γιατί λειτουργούσε συναισθηµατικά. Δεν είναι ένα σπίτι εύκολο να το κινηµατογραφήσεις. Θέλαµε να µη θυµίζει σπίτι ταινίας, να µην είναι εντυπωσιακά ωραίο. Τα τελευταία χρόνια αντιµετωπίζω τα πράγµατα κάπως… αφιλόδοξα. Με ενδιαφέρει αυτό. Το Πολύδροσο, για παράδειγµα, είναι µια ταινία για ένα µέρος που δεν ενδιαφέρει κανέναν απολύτως, για δυο χαρακτήρες που δεν κάνουν τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ότι υπάρχουν. Δεν σώζουν τον κόσµο, δεν τσακώνονται, δεν υπάρχει δράµα, δεν γίνεται τίποτα. Υπάρχει και ένα σπίτι που επίσης δεν έχει τίποτα το ωραίο και το ζουµερό. Εµένα όλο αυτό το πράγµα µου φαίνεται φοβερά ενδιαφέρον για να σπαταλήσω κάποια χρόνια από τη ζωή µου και να ασχοληθώ µαζί του.

Αλέξανδρος Βούλγαρης

Η ταινία περιγράφεται ως «Μια ιστορία για ανθρώπους τρυφερούς σε έναν όχι τρυφερό κόσµο». Η τρυφερότητα µπορεί να είναι επιθετική;
Κάναµε µια ταινία για τη σχέση µητέρας κόρης. Αυτές οι σχέσεις έχουν µεταφερθεί στο σινεµά, είτε από άντρες είτε από γυναίκες, ως τροµερά συγκρουσιακές. Εγώ ήθελα να κάνω ένα φιλµ χωρίς αυτή τη σύγκρουση. Για τους δικούς µου λόγους. Δεν ήθελα να µείνω σε αυτήν, αλλά στην αγάπη. Την ίδια στιγµή, όµως, ήθελα να δείξω ακριβώς αυτό: ότι είναι εξίσου βίαιο δυο άνθρωποι να αγαπιούνται πάρα πολύ. Να λένε όλη την ώρα «σ’ αγαπώ» ο ένας στον άλλο. Να είναι πολύ δεµένοι µε έναν τρόπο εξίσου βίαιο, σαν να βρίσκονται σε απόλυτη σύγκρουση.

Οι δύο ηρωίδες σας έχουν το όνοµα Σοφία. Ποιες «σοφίες» σας έµαθε η ταινία; Αυτό το φιλµ, για κάποιους λόγους πρακτικούς, είχε κάποιες διαφορές από τις προηγούµενές µου, επειδή αφορούσε ένα µέρος που το γνωρίζω καλά. Οπότε έπρεπε να είµαι υπεύθυνος για περισσότερα πράγµατα. Το µεγαλύτερο µάθηµά µου αφορούσε το µοντάζ, το οποίο έκανα µόνος µου. Δεν έχει µείνει ούτε µία σκηνή έτσι όπως είχε γραφτεί στο σενάριο. Τα πάντα άλλαζαν όλη την ώρα θέση. Κάπως έτσι, το πιο δύσκολο ήταν το να διατηρήσω το ενδιαφέρον σε κάτι όπου φαινοµενικά δεν γίνεται τίποτα. Πώς µπορούµε να φτιάξουµε από το τίποτα κάτι. Πώς µπορούµε να διατηρήσουµε σε κίνηση τον θεατή µε ένα ποτάµι ιδεών, εικόνων και ήχων, ενώ δεν συµβαίνουν πολλά πράγµατα, ακόµη και τίποτα.

Αυτό το τίποτα εµπεριέχει και αυτό που είπατε πριν για την αφιλοδοξία; Ναι, εδώ και κάποια χρόνια προσπαθώ όσο µπορώ να µη µε νοιάζει η πορεία µιας ταινίας, αλλά η διαδικασία. Προσπαθώ τα θέµατά µου να γίνονται µικρότερα, επειδή υπάρχει πάρα πολλή εικόνα και προσφορά εκεί έξω. Έχουµε γίνει όλοι σαν τους τσολιάδες στα Βλάχικα στη Βάρη, που βγαίνουν έξω από τις ταβέρνες και προσπαθούν να µαζέψουν τον κόσµο µέσα. Οπότε, αν θέλει µια ταινία να ξεχωρίσει στις µέρες µας, πρέπει να έχει έντονα πράγµατα. Έντονες αφίσες, έντονη βία, έντονα θέµατα. Εµένα µε συγκινούν οι ταινίες που έχουν κάτι αφιλοδόξο, κάτι ήσυχο και ήρεµο.

Αλέξανδρος Βούλγαρης

Σκηνή από την ταινία.

Ωστόσο, αν το ακούσει αυτό κάποιος, θα πει «ναι, αλλά έβαλε την Καγιά στην ταινία του».
Καταλαβαίνω γιατί θα το πει. Και καλά θα κάνει, αλλά εγώ έβαλα την Καγιά στην ταινία επειδή την ήθελα. Θα µπορούσε να µην ήταν η Καγιά, αλλά µια κυρία από το Πολύδροσο. Νοµίζω ότι έπειτα από είκοσι χρόνια δουλειάς, είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι δεν κάνω ταινίες για να τραβήξω την προσοχή. Επίσης, αν κάποιος δει το φιλµ, θα καταλάβει ότι αν ήθελα να χρησιµοποιήσω εµπορικά την Καγιά, δεν θα έκανα µια τέτοια ταινία. Δεν θα έκανα το Πολύδροσο. Ήθελα την Καγιά, όπως ήθελα την Κόκκαλη. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Και είµαι 150% ευχαριστηµένος από το αποτέλεσµα και τη συνεργασία.

Στο τέλος της ιστορίας, ο αφηγητής επιδεικνύει ένα είδος γενναιοδωρίας προς τις ηρωίδες του. Για εµένα, και η Winona και αυτή η ταινία και η επόµενη που µοντάρω τώρα, µε τον τρόπο τους έχουν να κάνουν µε τη διαχείριση του θανάτου σε διαφορετικά του στάδια. Δηλαδή, το Πολύδροσο είναι ποτισµένο µε την αίσθηση του θανάτου από το πρώτο µέχρι το τελευταίο πλάνο. Δεν θα το έλεγα γενναιοδωρία. Θα το περιέγραφα κάπως διαφορετικά. Δεν ήµουν ποτέ θρησκευόµενος, αλλά αντιλαµβάνοµαι την προσευχή ως µια συγκέντρωση ενέργειας. Κάποιος συγκεντρώνεται και προσεύχεται και µε αυτό τον τρόπο επικοινωνεί κάτι παραπάνω. Για εµένα, η Winona και το Πολύδροσο είναι δυο ταινίες-προσευχές. Το να κάνω ταινίες είναι ο τρόπος που γνωρίζω για να συγκεντρώνω µια δύναµη µέσα µου. Ο τρόπος µου να προσεύχοµαι. Οπότε, το πώς εγώ διαχειρίζοµαι το κοµµάτι του θανάτου, του δικού µου ή των άλλων, επιλέγω να το κάνω µε αυτόν τρόπο.

Δεν µπορώ να µη σας ρωτήσω για την επόµενη ταινία. Θα λέγεται Βγαίνουν Μέσα από τη Μάργκο και µε τον τρόπο της κλείνει έναν κύκλο. Πρωταγωνίστρια θα είναι και πάλι η Σοφία, συµµετέχει πάνω κάτω η ίδια οµάδα και πρόκειται για µια πολύ τρυφερή ταινία τρόµου για τη µουσική βιοµηχανία. Κλείνει επίσης κάπως το θέµα της διαχείρισης του θανάτου. Δεν ξέρω τι θα ανοίξει µετά, αλλά σίγουρα κάτι κλείνει.

Πώς βλέπετε ως δηµιουργός αλλά και ως θεατής το ελληνικό σινεµά σήµερα; Μου φαίνεται πολύ συγκινητικό κάποιος να επιµένει να ασχολείται µε το σινεµά. Επειδή είναι κάτι πολύ δύσκολο για πολλούς λόγους και γίνεται ακόµη πιο δύσκολο στη συγκεκριµένη χώρα. Θεωρώ ότι έχουµε πολύ καλούς δηµιουργούς και ακόµη καλύτερους τεχνικούς και ηθοποιούς. Τώρα, σε σχέση µε τα θέµατα µε τα οποία καταπιάνονται, δεν µε ενδιαφέρουν οι τάσεις, το πού πάνε δηλαδή θεµατικά ή ως προς τα είδη. Πιστεύω ότι όλα πρέπει να υπάρχουν: και καλό mainstream σινεµά και πολιτικό και προσωπικό, αρκεί να είναι καλό. Επίσης, αν θες σήµερα να κάνεις εδώ µια ταινία επαγγελµατικά, πρέπει να βρεις χρήµατα από το εξωτερικό. Κάνοντάς το όµως αυτό, µετά είναι πολύ δύσκολο να διατηρήσεις ακέραιο το όραµά σου για διάφορους λόγους. Και αυτό είναι κάτι που φοβάµαι να κάνω. Αναρωτιέµαι πώς το κάνουν οι συνάδελφοι και οι συναδέλφισσές µου. Κατά τα άλλα, όπως συµβαίνει µε όλες τις κινηµατογραφίες όλων των χωρών, υπάρχουν ταινίες που µου αρέσουν και κάποιες που δεν µου αρέσουν. Είµαι και σε µια ηλικία που βλέπω νοσταλγικά το παρελθόν και τον τρόπο που λειτουργούσαν οι παλιότεροι, επειδή τα έχω ζήσει έως έναν βαθµό αυτά τα πράγµατα. Προσπαθώ όµως να µη µένω κολληµένος στη λογική ότι οι παλιότεροι το έκαναν καλά και παράλληλα να ανανεώνω το βλέµµα µου µε το πώς το κάνουν οι νεότεροι.

Στην ταινία λέτε ότι το Πολύδροσο είναι ο τόπος που γυρνάµε και είµαστε πάλι αγόρια και κορίτσια. Πώς θα έµοιαζε ένας τόπος όπου δεν θα χρειαζόταν να επιστρέφουµε σε κανένα Πολύδροσο;
Ίσως εκεί που έχουµε χρόνο.

To «Πολύδροσο» του Αλέξανδρου Βούλγαρη κυκλοφορεί από την Πέμπτη 16 Μαΐου από το Cinobo.

 

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT