Νίκος Μωραΐτης: Λογική και ευαισθησία

Ο αγαπημένος στιχουργός και brand manager του ραδιοφωνικού σταθμού ΜΕΝΤΑ 88, με αφορμή δύο μεγάλες συναυλίες που πραγματοποιούνται προς τιμήν του στις 19 & 20 Φεβρουαρίου, μιλάει στο ELLE για όλα όσα μας απασχολούν αυτή τη στιγμή.

Μαρία Πατούχα 03 Φεβ. 24
Νίκος Μωραΐτης: Λογική και ευαισθησία

Οι στίχοι του Νίκου Μωραΐτη είναι οι στίχοι της ζωής μας. Σαν να την παρακολουθούσε από πάντα και κρατούσε σημειώσεις στα κρυφά, για να κάνει τις στιγμές μας τραγούδια. Έχει… άποψη για τη ζωή μας και έχει άποψη γενικότερα για την πολιτική, την κοινωνία, την τέχνη, τις ανθρώπινες σχέσεις. Και την εκφράζει ορμητικά και ελεύθερα, είτε μέσα από τα social media είτε μέσα από ενδιαφέρουσες κουβέντες όπως αυτή που ακολουθεί. Συναντηθήκαμε λίγο πριν τις δύο μεγάλες συναυλίες με τίτλο Εκατό Φορές Κομμάτια στο Christmas Theatre (19&20 Φεβρουαρίου) όπου θα εμφανιστούν πολλοί από τους ερμηνευτές με τους οποίους έχει συνεργαστεί: από τη Γαλάνη και τη Γλυκερία, μέχρι τον Χατζηγιάννη και τον Ρέμο.

Έχει η ελληνική κοινωνία την ωριμότητα και την ενσυναίσθηση να αποδεχτεί το νομοσχέδιο για τα ομόφυλα ζευγάρια; Είναι έτοιμη;

Δεν έχει καμία σημασία αν είναι έτοιμη. Η κοινωνία όταν δεν ψήφιζαν οι γυναίκες, πριν από 80 χρόνια, ήταν έτοιμη να το αποδεχτεί; Ή μήπως κάναμε κανένα δημοψήφισμα και ρωτήσαμε τους άντρες αν δέχονται να ψηφίζουν και οι γυναίκες; Για εμένα, όσον αφορά τα δικαιώματα, πάντα πρέπει να υπάρχει μια ηγεσία η οποία θα βλέπει μπροστά και θα προχωράει το κομμάτι των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων. Τα δικαιώματα δεν είναι ζήτημα για δημοψηφίσματα σε καμία κοινωνία. Εκεί υπάρχουν άνθρωποι που αποφασίζουν και πηγαίνουν τις κοινωνίες τους μπροστά ή πίσω. Το καλό είναι ότι όταν βρεθεί κάποιος ηγέτης και οδηγήσει τα πράγματα μπροστά, μετά αυτό δεν ανατρέπεται. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, που ήταν από τις πρώτες χώρες που θέσπισαν τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και την τεκνοθεσία -βέβαια εκεί είχε προηγηθεί και ένας Αλμοδόβαρ που, από τη δεκαετία του ’80, τους είχε περάσει την κουλτούρα αυτή-, σε μια χώρα βαθιά καθολική, όταν μετέπειτα άλλαξε η κυβέρνηση, δεν πήραν πίσω τον νόμο. Όταν λαμβάνονται τέτοιες αποφάσεις, η κοινωνία ακολουθεί. Από την άλλη, δεν ξέρω τι μπορούμε να περιμένουμε, από τη στιγμή που συμβαίνει μια τεράστια συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Έχω όμως την αίσθηση ότι όταν γίνεται μια συντηρητική στροφή -έχουμε, λόγου χάρη, 13% Ακροδεξιά στη Βουλή- ταυτόχρονα προκύπτει μια πολύ έντονη αντίδραση από την άλλη πλευρά. Για παράδειγμα, για πρώτη φορά έχουμε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης έναν άνθρωπο που μας λέει: «Δεν είναι η άποψή μου, είναι η ζωή μου, και αυτός είναι ο σύζυγός μου». Οπότε νιώθω λίγο ότι πρόκειται για μια διελκυστίνδα, όπου από τη μία συντηρητικοποιείται το πράγμα και από την άλλη υπάρχει μια προοδευτική αντίδραση. Ίσως είναι και το μόνο αισιόδοξο που μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή.

Γιατί συντηρητικοποιείται η κοινωνία;

Είναι πολύ εύκολο να πεις ότι ένας λαός τρελάθηκε ή τα έχασε. Προσωπικά, έχω ψάξει πολύ να δω τι έχει συμβεί. Νομίζω όμως ότι υπάρχουν ελαφρυντικά. Κανένας άλλος ευρωπαϊκός λαός δεν πέρασε όσα περάσαμε στην Ελλάδα. Σχεδόν μία δεκαετία οικονομικής κρίσης, οι άνθρωποι έχασαν μίνιμουμ το 1/3 του εισοδήματός τους, τους έμαθαν ότι αυτό είναι το κανονικό, κάποια στιγμή πήγαν να αντιδράσουν με το δημοψήφισμα, δεύτερο τσάκισμα εκεί, δηλαδή «και να θέλετε εσείς κάτι άλλο, δεν γίνεται», και μετά ήρθε και η πανδημία. Περάσαμε ένα εκρηκτικό μείγμα. Όταν διάβαζα το Δόγμα του Σοκ της Ναόμι Κλάιν, τότε που ήταν πολύ επίκαιρο για την Ελλάδα, ειλικρινά, ενώ ήταν ένα πολύ ωραίο βιβλίο, σκεφτόμουν: «Εντάξει μωρέ, υπερβάλλει η γυναίκα, Ευρώπη είμαστε, δεν θα γίνουν εδώ αυτά». Φοβάμαι ότι και γίνανε και περάσαμε ένα δεύτερο σοκ με την πανδημία, όπου πλέον τι συνέβη; Ο καθένας έφτασε στο σημείο να πει:«Σώθηκα; Το παιδί μου σώθηκε; Σώθηκε η γυναίκα μου; Η μάνα μου; Καλά είμαστε».

Τον καθένα μας, δηλαδή, πλέον τον ενδιαφέρει μόνο ο μικρόκοσμός του… Ο εαυτός του.

Ναι, δεν μας νοιάζει που η Ελλάδα είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας στον πλανήτη λόγω Covid. «Πάνε αυτοί, πέθαναν, δεν πειράζει, παράπλευρες απώλειες». Με τον ίδιο τρόπο, δεν μας ένοιαξε μετά αν σκοτώθηκαν 57 άνθρωποι στα τρένα που τρέχανε στην ίδια ράγα, λες και ζούμε στο 1930. Έγινε μια απίστευτη μεταστροφή. Αν ρωτήσετε τους συμπολίτες μας τι κακό συνέβη τον τελευταίο έναν χρόνο, δεν θα σας πουν για τους μετανάστες που πνίγηκαν στην Πύλο. Οι μειονότητες δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Σου λέει: «Σκότωσαν οι αστυνομικοί ένα παιδί. Τι ήταν; Α, ήταν Ρομά». Αν ήταν Έλληνας μπορεί να μας πείραζε. Είναι πολύ σκοτεινή η εποχή που ζούμε. Αυτή η ατομική ευθύνη που γεννήθηκε στην πανδημία, με κάποιον τρόπο ήταν σαν να κατάργησε την αλληλεγγύη. «Δεν ήταν αυτός στην ώρα του για να επιβιβαστεί; Πρόβλημά του. Στα κύματα; Στα κύματα». Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι ότι εντοπίζονται σε μια κυβέρνηση και όχι στην κοινωνία. Υπάρχουν και στην κοινωνία, γι’ αυτό επιλέγει με τον τρόπο που επιλέγει. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Απλώς η Ελλάδα ήταν πάντα μια χώρα που είχε άμυνες, δημοκρατικές αντιστάσεις. Και αυτές αμβλύνονται ολοένα και πιο πολύ. Δεν ξέρω σε λίγο καιρό κατά πόσο θα ζούμε σε μια κανονική δημοκρατία ή θα είμαστε όπως οι Τούρκοι που νομίζουν ότι έχουν δημοκρατία.

Νίκος Μωραΐτης

ΚΑΠΑΡΝΤΙΝΑ, ZARA . ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΟΛΑ MARKS & SPENCER.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ποια είναι η άποψή σας για τον κο Κασσελάκη;

Καταρχάς ο Κασσελάκης έχει να παλέψει το ίδιο το κόμμα του. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα ξεπερασμένο από τα ίδια τα πράγματα, με ανθρώπους μέσα του, οι οποίοι φοβάμαι ότι δεν έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Επομένως δεν ξέρω τι μπορεί να καταφέρει. Ακόμη όμως κι αν έφευγε αύριο, στο θέμα της ορατότητας έχει πάει την Ελλάδα 50 χρόνια μπροστά. Δεν είναι μόνο το νομοσχέδιο που έρχεται. Ήρθε ένας άνθρωπος με αυτά τα χαρακτηριστικά και έγινε πολιτειακός παράγων. Έχω δύο φίλους οι οποίοι έκαναν coming out στις οικογένειές τους μετά την εμφάνιση του Κασσελάκη. Όλο αυτό δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα. Σου λέει, αν αυτόν τον ψήφισαν και τον αποδέχτηκαν ως αρχηγό τους σε ένα κόμμα, δεν είμαστε μόνο για να κρυβόμαστε. Βέβαια, το στοίχημα που έχει να κερδίσει ο Κασσελάκης είναι να αποδείξει ότι έχει μια πολιτικότητα και από την άλλη να αποδεχτεί και ο κόσμος ότι μπορεί να έχει έναν γκέι αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή πρωθυπουργό, με την ψήφο του συνόλου των πολιτών αυτή τη φορά. Όλα αυτά δεν είναι αυτονόητα.

Στα παιδιά μας δεν πρέπει να τα περνάμε όλα αυτά ως αυτονόητα;

Όταν η κόρη μου ήρθε, στα 10 της, και με ρώτησε «μπαμπά, τι θα γίνει αν είμαι λεσβία; Θα με αγαπάτε;», της απάντησα το εξής: «Δεν θα σου πω ότι θα σε αγαπάμε περισσότερο, λες και έχεις κάποιο πρόβλημα, θα σου πω ότι θα σε αγαπάμε ακριβώς το ίδιο». Αυτό, το παιδί το χαλαρώνει, το απελευθερώνει, σου λέει «ό,τι κι αν επιλέξω εγώ να είμαι στη ζωή μου, την αγάπη των γονιών μου δεν θα τη χάσω». Αυτό όμως δεν είναι αυτονόητο για την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Τον Τσίπρα θα τον δικαιώσει η Ιστορία;

Ναι, καταρχάς με μετρήσιμα στοιχεία. Αν γκουγκλάρετε ποιος πρωθυπουργός έβγαλε την Ελλάδα από τα μνημόνια, ποιος πρωθυπουργός ρύθμισε το χρέος τη χώρας, το όνομά του θα βγαίνει. Τώρα, ήταν 100% αριστερή κυβέρνηση εκείνη; Όχι, δεν ήταν, γιατί υπήρχαν διάφορα ζητήματα, όπως το ότι ο Τσίπρας παρέλαβε μια χώρα που είχε χρήματα στα ταμεία για ενάμιση μήνα. Θεωρώ ότι έκανε καλό στη χώρα του, παρά τα λάθη, και αυτά η Ιστορία τα δικαιώνει. Εκεί που δεν ήταν καθόλου καλός ο Τσίπρας ήταν μέσα στο κόμμα του, όπου με την προσωπική του λάμψη και πολιτικότητα κάλυπτε ένα… νηπιαγωγείο. Οπότε, ο ελληνικός λαός, για να μη λέμε μόνο τα άσχημα, είπε ΟΚ, δεν πολυθέλω αυτό που έχω, τι μου λες εσύ; Ότι θα κυβερνήσεις με αυτούς; Που ο ένας βγαίνει το πρωί, ο άλλος το μεσημέρι και ο άλλος το απόγευμα και σε αδειάζουν; Τουλάχιστον η άλλη πρόταση ήταν πολύ ξεκάθαρη. «Εγώ θα κυβερνήσω αυτοδύναμος». Αυτά στον Έλληνα λειτουργούν. Διότι, αφού έχει περάσει μια τόσο δύσκολη δεκαετία, θέλει να ξέρει ότι έχει κάποιον στο τιμόνι που, αν μη τι άλλο, θέλει να κερδίσει. Οπότε, από το ’19 ως το ’23 ο Τσίπρας ήταν ένας άλλος, τον οποίο προσωπικά προσπαθώ να ξεχάσω. Φοβάμαι ότι έδειχνε μια υπερευαισθησία απέναντι σε όλους αυτούς τους δήθεν συντρόφους του που του δημιουργούσαν προβλήματα. Δεν μπορούσε να αντιμιλήσει στον ένα, δεν μπορούσε να διώξει τον άλλο. Ο Τσίπρας έχασε γιατί είχε συναισθήματα.

Τις απόψεις σας, πολιτικές και κοινωνικές, τις εκφράζετε ελεύθερα στα social media. Δεν σας φοβίζει η υπερέκθεση;

Αυτό είναι κάτι που μου κάνει κακό, αλλά δεν με απασχολεί καθόλου. Γιατί ο καθένας είναι αυτός που είναι. Εγώ δεν θα υποκριθώ τίποτα. Αν ο άλλος δεν μπορεί να διαχωρίσει ένα μου τραγούδι από εμένα, αυτό δεν είναι δικό μου πρόβλημα.

Το θέτετε σε επίπεδο επαγγελματικό. Σε προσωπικό επίπεδο δεν σας κάνει κακό, δεν είναι ψυχοφθόρο;

Θα μου έκανε κακό αν δεν μιλούσα. Και αφού τη νιώθω την αδικία, θα την πω. Θα με έφθειρε αν τα κατάπινα αυτά που θέλω να πω.

Πριν από τα social media πώς εκφράζατε τη γνώμη σας;

Πριν από τα social media δεν είχε καταστραφεί η χώρα… Ειλικρινά, εγώ αποφάσισα ότι θα λέω την άποψή μου όταν η Ελλάδα χρεοκόπησε. Ήμουν από αυτούς τους προδότες σε εισαγωγικά που το 2004 έβλεπαν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες ισοδυναμούσαν με οικονομική καταστροφή. Δεν τολμούσα να το πω πουθενά. Ούτε καν στους φίλους μου. Ο καημένος ο Μητροπάνος, ο εθνικός μας τραγουδιστής, είχε πει ότι ήταν κατά των Ολυμπιακών Αγώνων. Και στην Τελετή Λήξης που φέρανε όλο το ελληνικό τραγούδι, εκείνον δεν τον καλέσανε. Μιλάμε για τέτοια ξεφτίλα… Όποιος μίλαγε τότε, τον κάνανε πέρα. Ήταν εθνικός μειοδότης. Έτσι αποφάσισα ότι αυτά που θέλω θα τα λέω και δεν με νοιάζει αν αρέσω σε πολλούς ή σε λίγους. Άλλωστε, στη δική μας δουλειά, κανείς δεν μπορεί να αρέσει σε όλους. Αυτό το καθολικό, όσο περνάνε τα χρόνια, εμένα με αφήνει αδιάφορο.

Τι άλλο σας δίδαξε το πέρασμα του χρόνου;

Έχω πλέον μάθει να περιμένω. Εγώ που είμαι τόσο ανυπόμονος στα πάντα, στο τραγούδι έχω μάθει ότι τα πράγματα θα τα φέρει ο χρόνος. Έχω μια μεγάλη ησυχία σε αυτό, γιατί έχω δει τεράστιες επιτυχίες μου να μη μένουν στον χρόνο και τραγούδια που δεν βγήκαν καν σε single να κάνουν μόνα τους μια καριέρα που κανείς δεν την περίμενε. Οπότε έχω ζήσει αυτό το παράξενο που σου δείχνει ότι το μέτρημα του χρόνου είναι αλλιώς.

Το καταλαβαίνετε όταν γεννιέται ένα μεγάλο τραγούδι;

Το καταλαβαίνω όταν γεννιέται μια μεγάλη επιτυχία ή ένα πολύ ωραίο τραγούδι.

Νίκος Μωραΐτης

ΠΑΛΤΟ ΚΑΙ LOAFERS, ΟΛΑ ZARA. ΜΠΛΟΥΖΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ, ΟΛΑ MARKS & SPENCER.

Αυτά τα δύο δεν ταυτίζονται πάντα…

Ναι, γιατί μπορεί ένας στίχος να μη μελοποιηθεί ωραία, να μην ενορχηστρωθεί ωραία, να μην τραγουδηθεί ωραία. Το τραγούδι είναι ένα σύνολο πραγμάτων. Όταν όμως έχεις μπροστά σου το αποτέλεσμα, συνήθως ξέρεις αν συνέβη το «θαύμα».

Έχετε πέσει έξω με τραγούδια;

Βέβαια. Το “Δεν Φεύγω” του Χατζηγιάννη ή “Ο Άγγελός μου” της Πρωτοψάλτη, δεν περίμενα ότι θα γίνουν μεγάλες επιτυχίες. Αλλά κατά 90% πέφτω μέσα, να τα λέμε κι αυτά (γέλια).

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;

Ενώ η πορεία που είχα πάρει ήταν εντελώς διαφορετική -είχα τελειώσει τη Νομική, έκανα μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία, είχα ένα σχέδιο και το ακολουθούσα- ήξερα ότι δεν ήθελα να γίνω δικηγόρος. Και μια φορά που είχα βγει με φίλους και ψαχνόμασταν για το τι θα κάνουμε (ο ένας ήταν ηθοποιός και η άλλη συνθέτρια) μου βγήκε αυθόρμητα και τους είπα: «Παιδιά, κι εγώ καλλιτέχνης είμαι, αλλά δεν ξέρω σε τι». Λάτρευα το τραγούδι, είχα μπει στο ραδιόφωνο, είχα μια τεράστια δισκοθήκη από τον πατέρα μου, μεγάλωσα με την ελληνική μουσική, αλλά δεν ήξερα αν μπορώ να γράψω ή ότι κάποτε θα έγραφα στίχο. Και κάποια στιγμή, στα 21, μου βγήκε κατακλυσμιαία. Μπορεί σε έναν μήνα να έγραψα και 100 τραγούδια. Βγήκε από μέσα μου κάτι που δεν ήξερα καν ότι το περιείχα.

Και πώς συνεχίσατε;

Πήγα τους στίχους μου σε κάποια πρόσωπα, οι οποίοι με απέρριψαν λέγοντάς μου το κλασικό: «Είσαι πολύ καλός, συνέχισέ το!». Και έτσι θα πήγαινε το πράγμα, νομίζω, αν δεν είχα συναντήσει τη Δήμητρα Γαλάνη. Δεν είναι όλα αυτονόητα. Υπήρξα πολύ τυχερός γιατί συναντήθηκα με το κατάλληλο άτομο, το οποίο από την πρώτη στιγμή που διάβασε τους στίχους μου μου είπε: «Αυτά εγώ κάτι θα τα κάνω. Δεν ξέρω για ποιον, δεν ξέρω πότε, αλλά κάτι θα τα κάνω». Ήταν ξεκάθαρη από την αρχή. Κι έτσι ήρθαν τα Χάρτινα.

Τα είχατε πιστέψει αυτά τα τραγούδια;

Ναι, τα είχα πιστέψει, ήθελα να βγουν.

Η έμπνευση τελειώνει;

Μάλλον ναι. Μην κοροϊδευόμαστε. Υπάρχει μια γεροντολαγνεία στην Ελλάδα. Λένε κάποιοι: «Αν γράφεις έτσι στα 20 σου, πώς θα γράφεις στα 40 σου;». Ε, αυτό δεν ισχύει, διότι η νεανική ορμή δεν ξανάρχεται. Γι’ αυτό και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μεγαλύτεροι συγγραφείς, συνθέτες, ποιητές παγκοσμίως έγραψαν τα σημαντικότερα έργα τους μέχρι τα 50. Τώρα, αν σε εμένα υπάρχει η έμπνευση ακόμα, παρόλο που είμαι ακριβώς στο μεταίχμιο, είναι γιατί δεν έχω πάρει καθόλου στα σοβαρά αυτά που έχω γράψει. Αισθάνομαι ότι δεν έχω φτάσει πουθενά, άρα πρέπει να γράψω καλύτερα. Το νιώθω αυτό που λέω, δεν το λέω σχηματικά. Αν ακούσεις τους κόλακες σε εισαγωγικά, αυτούς που σου λένε «πω πω, τι έχεις γράψει…», αν μπεις κι εσύ στη διαδικασία ενός τέτοιου αυτοθαυμασμού, γιατί να κάτσεις να γράψεις κάτι άλλο;

Είστε όμως και σαν χαρακτήρας έτσι, σας διακρίνει μια ταπεινότητα.

Ίσως γιατί είμαι πάρα πολύ εγωιστής. Μόνο που σ’ εμένα λειτουργεί ανάποδα. Δηλαδή βλέπω ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι στιχουργοί στην Ελλάδα -ο Νίκος Γκάτσος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Λίνα Νικολακοπούλου- και λέω «όχι αγόρι μου, εσύ δεν είσαι εκεί. Εσύ είσαι πολύ χαμηλά». Δεν είναι ταπεινότητα αυτό. Με έχω για πιο ψηλά.

Ζείτε από τους στίχους σας;

Κάποτε ναι, ζούσα, αλλά μετά ήρθε η απόλυτη καταστροφή και ζούσα από τη δουλειά μου στο ραδιόφωνο και συγκεκριμένα στον Μέντα 88. Τώρα αρχίζουμε να ξαναζούμε από το τραγούδι. Έχουν γίνει βήματα, αρχίζει και υπάρχει μια βελτίωση μετά την καταστροφή του ’18, έπειτα από μια 5ετία χαμένη.

Πώς το βλέπετε το ελληνικό τραγούδι σήμερα;

Στην Ελλάδα δεν είναι σε ακμή και δεν είναι σίγουρο ότι θα ξαναείναι άμεσα. Αλλά πάντα θα είναι η πιο αγαπημένη τέχνη των ανθρώπων, γιατί μέσα σε τρία λεπτά τα έχει πει όλα.

Νίκος Μωραΐτης

Οι στίχοι σας είναι πολύ άμεσοι, πολύ καθημερινοί, ίσως γι’ αυτό μας αγγίζουν τόσο βαθιά. Η τέχνη πρέπει να είναι πολύπλοκη;

Έχω κάνει και πολύ εναλλακτικές δουλειές, αλλά εκεί ξέρεις ότι το κοινό είναι πολύ περιορισμένο. Το ζήτημα είναι να έρθει ένας να σου γράψει «ρε φίλε, εκείνος ο δίσκος που είχατε κάνει με τον Σέμση και την Πασπαλά ή εκείνος που κάνατε με τον Στάθη Δράκο, τι ωραίος!», οπότε εκεί καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία όντως φτάνουν σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Εμένα αυτό με καλύπτει όσο και η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία. Το καθετί έχει το δικό του βεληνεκές και προσωπικά δεν έχω απαρνηθεί ούτε το πολύ μεγάλο ούτε το πολύ μικρό. Αυτό που συμβαίνει με εμένα είναι ότι έχω γράψει πολλά είδη τραγουδιού. Έτσι είμαι, έχω πολλά πρόσωπα. Και δεν θέλω να λογοκρίνω κανένα από αυτά. Όμως έρχονται και μου λένε, και για τα πιο έντεχνα και για τα πιο εμπορικά, «ακούσαμε αυτό το τραγούδι και καταλάβαμε ότι είναι δικό σου». Αυτό είναι το πιο τιμητικό που μπορούν να σου πουν, γιατί τελικά σημαίνει ότι έχεις διαμορφώσει μια ενιαία γλώσσα. Αν το έχεις καταφέρει γράφοντας τόσο διαφορετικά πράγματα, αυτό για εμένα είναι το πιο σημαντικό πράγμα.

Πώς προέκυψε η συναυλία Εκατό Φορές Κομμάτια, η οποία είναι αφιερωμένη στο έργο σας;

Αυτή η πρόταση ήρθε από τον Μιχάλη Κουμπιό του Christmas Theatre και στην αρχή σκέφτηκα να αρνηθώ, γιατί θεώρησα ότι είναι πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο. Μεγάλο ρόλο στο να αλλάξω γνώμη έπαιξε το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι που θέλω να είναι σε αυτή τη συναυλία, σε 20 χρόνια ίσως να μην τραγουδάνε πια. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι μες στα χρόνια έχω αλλάξει κι εγώ και σκέφτομαι λιγότερο ενοχικά. Οπότε είπα στον εαυτό μου «τώρα που σου έτυχε, απόλαυσέ το!»

Γιατί «εκατό φορές κομμάτια»;

Ήταν ιδέα του Μιχάλη, αλλά μου άρεσε, γιατί σκέφτηκα ότι είναι ωραίο να έχεις γράψει για κάποιον ένα κομμάτι που μέσα του έχει μετρήσει για εκατό. Ή ότι έχεις σπάσει τον εαυτό σου, γράφοντας πολλά τραγούδια, εκατό φορές. Ότι έχεις γίνει κομματάκια μέσα από τα τραγούδια σου.

Και πώς ξαναενώνεσαι αν έχεις γίνει τόσα κομμάτια;

Δεν ενώνεσαι, αλλά μέσα σε κάθε κομματάκι είσαι και πάλι εσύ. Είχα διαβάσει μια πολύ ωραία εισαγωγή στον Φάουστ. Σε εκείνη την έκδοση υπήρχε μια εισαγωγή του Γκαίτε, κάτι σαν οδηγίες προς καλλιτέχνες. Έλεγε λοιπόν: «Ποτέ δεν θα δίνετε στο κοινό όλο σας τον εαυτό. Να του δίνετε ένα κομματάκι του εαυτού σας, διότι το κοινό, ένα κομματάκι μπορεί να εισπράξει την εκάστοτε στιγμή. Αν δεν κομματιάσετε εσείς τον εαυτό σας, θα σας κομματιάσει το κοινό.

Χιπ χοπ, τραπ… Τι σας λέει η μουσική που ακούει σήμερα η νέα γενιά;

Εμένα με ενδιαφέρει αυτή η ζύμωση που γίνεται στη μουσική, ακόμη και η τραπ που τη βρίζουνε γιατί βρίζει, και αυτή με ενδιαφέρει. Κάποια στιγμή, η Δήμητρα Γαλάνη, η οποία είναι ένας σοφός άνθρωπος, μου είπε: «Είδες τι έγινε στην Ελλάδα; Δεν μπορούν με τίποτα να σκοτώσουν το ελληνικό τραγούδι, γιατί είμαστε απόλυτα συνδεδεμένοι με την ελληνική γλώσσα. Ακόμα και ελληνική τραπ φτιάξανε. Δεν τους έφτανε η αμερικάνικη. Ακόμα και το βρίσιμο το θέλουν στα ελληνικά». Είναι πολύ γερή η σύνδεση του κόσμου με τη γλώσσα του. Και αυτό μόνο ελπιδοφόρο είναι. Η κόρη μου, πριν από τρία χρόνια άρχισε να ακούει τραπ. Δεν την απέτρεψα. Την άφησα ελεύθερη. Έπειτα από λίγο σταμάτησε να ακούει αυτή τη μουσική. Την ξεπέρασε μόνη της. Όλο αυτό, βέβαια, δεν έχει να κάνει με τον Λεξ ή με τον Blοοdy Hawk, οι οποίοι έχουν δώσει αριστουργήματα. Αυτοί είναι ποιητές, είναι τροβαδούροι.

Όπως είπε και ο Σαββόπουλος, όλοι αυτοί είναι ραψωδοί…

Και πολύ σωστά είπε. Έχουμε φτάσει στο σημείο ό,τι λέει ο Σαββόπουλος να το αποκαλούμε λάθος. Αυτό είναι το μένος μας απέναντι σε ανθρώπους που έχουν εκφράσει την πολιτική τους τοποθέτηση, είτε στη μία πλευρά είτε στην άλλη. Διαφωνώ πλήρως με τις απόψεις του, αλλά ο άνθρωπος έχει αλλάξει εδώ και τριάντα χρόνια. Τώρα το θυμηθήκαμε; Και είναι ένας σπουδαίος δημιουργός, αυτός είναι ο πατέρας και των ράπερ και των τραγουδοποιών. Ο “Μικρός Μονομάχος” και το “Εμείς του ’60 οι Εκδρομείς”, αυτά είναι ραπ! Ο Σαββόπουλος ως δημιουργός ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του, είναι τεράστιος. Δεν μπορούμε τώρα εμείς να μειώνουμε όλα αυτά που έχει κάνει επειδή δεν μας αρέσουν οι δηλώσεις του. Και ξέρετε τι εκτιμώ πάρα πολύ στον Σαββόπουλο; Όταν δεν μπορούσε πλέον να γράψει καλά, μπορεί να ήταν και ο μόνος που σταμάτησε. Θέλησε να μείνει ψηλά.

Το καταλαβαίνει κανείς όταν αρχίζει να μη δημιουργεί όπως παλιά;

Πρέπει να είναι πολύ έξυπνος και ο Σαββόπουλος ήταν. Ο κίνδυνος είναι να μην το καταλάβεις…

Τι ονειρεύεστε;

Ονειρεύομαι τον πάγκο που έχουμε στη βεράντα μας στην Πάρο, εκεί που ξαπλώνω. Κάθε φορά που μου συμβαίνει κάτι δύσκολο, αυτό ονειρεύομαι: να ήμουν τώρα εκεί! Για τη δουλειά αυτό που ονειρεύομαι είναι να μπορέσω να συνεχίσω να γράφω. Δεν είναι αυτονόητο.

Τι καινούριο έρχεται το επόμενο διάστημα;

Ένα απρόσμενο όνειρο που έγινε πραγματικότητα ήταν η συνεργασία με τη Λένα Πλάτωνος σε έναν δίσκο που θα βγει το επόμενο διάστημα και ένας δίσκος με τον Γιώργο Νταλάρα, σε μουσική του Νίκου Μερτζάνου, τον οποίο ετοιμάζουμε εδώ και πολλά χρόνια, από το ’16, γιατί πρέπει να βγει σωστά. Θα είναι ένας δίσκος μόνο με κοινωνικά τραγούδια.

Ποιες είναι οι σκέψεις σας για το τώρα;

Είναι πλέον δύσκολο να ζεις σε αυτή τη χώρα, αν είσαι ευαίσθητος άνθρωπος. Είναι επώδυνο διότι, για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή της κουβέντας μας, ο καθένας είναι πια πολύ ο εαυτούλης του. Θαυμάζω αυτούς που κινητοποιούνται, που θα δουν έναν άνθρωπο στον δρόμο και θα τρέξουν, ακόμη κι αν αυτή η κοινητοποίηση γίνει μέσα από τα social media. «Επαναστάτες του πληκτρολογίου», λένε ορισμένοι. Κάποιοι πρέπει να τα πουν, όμως. Συμφωνώ ότι δράση είναι να δείξεις τον ανθρωπισμό σου στο πεδίο, αλλά ακόμη και να επισημάνεις κάτι, ειδικά στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων, θέλει κότσια. Έχει αξία.

Φωτογράφος: Γιώργος Καπλανίδης / THIS IS NOT ANOTHER AGENCY

Επιμέλεια: Χρήστος Αλεξανδρόπουλος

Styling: Βίβιαν Ρουβέλα

Grooming: Πωλίνα Μαλλιωτάκη

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα: