Menu

Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ

Βραβευμένη για το σενάριο και την ανδρική ερμηνεία της στις περσινές Κάννες και φέρνοντας στο μυαλό ταινίες της ένδοξης δεκαετίας του '70 για το αμερικανικό σινεμά όπως ο «Ταξιτζής» του Μάρτιν Σκορσέζε και το «Hardcore» του Πολ Σρέιντερ, η νέα ταινία της Λιν Ράμσεϊ (την οποία είδαμε σε πανελλήνια πρώτη προβολή στις 23ες Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσία της σκηνοθέτιδος) είναι ένα υπερβίαιο δραματικό θρίλερ το οποίο έχει ως σημαντικότερες αρετές του τη νευρώδη σκηνοθεσία και την ηλεκτρισμένη παρουσία του Χοακίν Φίνιξ.

Δεκαοχτώ χρόνια αφότου πρωτοεμφανίστηκε στις μεγάλου μήκους ταινίες με το θαυμάσιο ντεμπούτο της «Ratcatcher», το οποίο διαγωνίστηκε για το έπαθλο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα στις Κάννες, η σκωτσέζικης καταγωγής σκηνοθέτρια κατόρθωσε να κερδίσει επάξια για τον εαυτό της τη φήμη μιας από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές στο μοντέρνο σινεμά. Μάλιστα, από το 1999 και με κάθε νέο της φιλμ, η Ράμσεϊ κατέληγε διαρκώς με μια θέση στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ, είτε επρόκειτο για το «Morvern Callar» (2002) είτε για το «Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν» (2011).

Κερδίζοντας πέρσι το βραβείο καλύτερου σεναρίου και ανδρικής ερμηνείας, η Ράμσεϊ διασκευάζει εδώ τη νουβέλα «You Were Never Really Here» του Τζόναθαν Έιμς. Όπως στο σύντομο βιβλίο, έτσι και στην ταινία ήρωας είναι ένας βετεράνος πεζοναύτης, άκρως αντικοινωνικός και με εμφανή ψυχολογικά προβλήματα, ο οποίος αναλαμβάνει έναντι αμοιβής να εντοπίζει κορίτσια που έχουν πέσει θύματα σεξουαλικού εμπορίου και να τα επιστρέφει στις οικογένειές τους.

Ο Τζο, όπως είναι το όνομα του ήρωα, εφαρμόζει βίαιες μεθόδους για να πετύχει τον σκοπό του, εκτελεί με ψυχρή ακρίβεια και δίχως κανένα έλεος τις αποστολές του και πάντοτε μετά το τέλος κάθε μίσθωσής του καταλήγει να φροντίζει την ηλικιωμένη μητέρα του, προτιμώντας να μένει αποκομμένος μαζί της παρά να επιχειρεί την οποιαδήποτε επαφή με άλλους ανθρώπους. Όταν αναλαμβάνει να σώσει την ανήλικη κόρη ενός Νεοϋορκέζου γερουσιαστή, σε μια υπόθεση που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με ρουτίνα, ο Τζο θα βρεθεί (χωρίς να το γνωρίζει) μπλεγμένος με ένα θανάσιμο δίκτυο διαφθοράς το οποίο ξεκινά από υψηλά πολιτικά κλιμάκια.

Ο Φίνιξ χαρίζει έναν ήρωα ο οποίος μοιάζει με μακρινό συγγενή του σκορσεζικού «Ταξιτζή», έτσι μοναχικά και σχεδόν ψυχωτικά όπως βαδίζει σε μια μεγαλούπολη απόλυτης σήψης. 

Η Ράμσεϊ είναι οπωσδήποτε μια αξιοσημείωτη περίπτωση δημιουργού. Ασυμβίβαστη στο πώς επιλέγει να κινηθεί κόντρα σε όσα επιτάσσει το mainstream σινεμά σήμερα, άφοβη στο να μεταχειριστεί σκοτεινές θεματικές, λάτρης του ρεαλισμού, η σκηνοθέτις φιλμάρει με έναν δυναμισμό, μια παρόρμηση και έναν τσαμπουκά που τα στερεότυπα θέλουν κανονικά να συναντάμε σε άντρες συναδέλφους της. Δείχνει, επιπλέον, να εκμαιεύει με τρόπο ενστικτώδη τις ερμηνείες των ηθοποιών της, εγκαθιδρύει μαζί τους μια στενή σχέση εμπιστοσύνης και πάνω σε αυτή χτίζει κάθε φορά τις ψυχολογικά απαιτητικές ιστορίες της.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει κι εδώ, στο νέο της φιλμ, με τη διαφορά ότι η Ράμσεϊ διαλέγει για πρώτη φορά στη μέχρι τώρα φιλμογραφία της να επικεντρωθεί εξ ολοκλήρου σε έναν αρσενικό ήρωα και τον ακολουθεί αφοσιωμένη στην αιματηρή σταυροφορία του προς μια κάποια υποψία λύτρωσης, ανοίγοντας μαζί του δρόμο μέσα από σωρούς πτωμάτων και αποτρόπαιες πτυχές ενός κόσμου όπου θεμελιώδεις αξίες όπως η οικογένεια και η εξουσία έχουν διαβρωθεί πλήρως. 

Στην καρδιά αυτής της εφιαλτικής πραγματικότητας, ο Τζο εμφανίζεται ως εξολοθρευτής άγγελος, προστάτης των αθώων και των ξεστρατισμένων, συναισθηματικός δέκτης όλου του πόνου, της αγωνίας και της ταπείνωσης που υφίστανται οι χαμένες ψυχές τις οποίες καλείται να σώσει, αλλά και ένας καταραμένος ήρωας που θα κατατρύχεται για πάντα από τους δαίμονές του.

Χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη για πολλές εξηγήσεις, με αφηγηματικές ελλείψεις και σύντομα φλασμπάκ που εμφανίζονται στιγμιαία για να υπονοήσουν ανείπωτες τραγωδίες, η Ράμσεϊ προτιμά αντί για ένα καθαρόαιμο θρίλερ να ασχοληθεί με την περίπτωση μιας βασανισμένης ύπαρξης, ενός ζωντανού νεκρού ο οποίος βαδίζει βουβός και υπνωτισμένος ανάμεσα στους υπόλοιπους ανθρώπους, με μια ευχή θανάτου καταχωνιασμένη βαθιά στα σωθικά του και με μοναδικό κίνητρο στη ζωή το να σώζει τους άλλους όταν, στην ουσία, αδυνατεί να σώσει τον εαυτό του.

Με μια μινιμαλιστική και σωματική ερμηνεία ελαχίστων διαλόγων και άφθονων σιωπών, οι οποίες προδίδουν πολλά για τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς του ήρωα, ο Χοακίν Φίνιξ υπενθυμίζει για ακόμη μια φορά γιατί θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς αυτή τη στιγμή στον αμερικανικό κινηματογράφο. Ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της σκηνοθέτιδος και της χαρίζει έναν ήρωα ο οποίος μοιάζει με μακρινό συγγενή του σκορσεζικού «Ταξιτζή», έτσι μοναχικά και σχεδόν ψυχωτικά όπως βαδίζει σε μια μεγαλούπολη κινδύνου και απόλυτης σήψης ελάχιστα διαφορετική από εκείνη στην οποία περπατούσε ο Τράβις Μπικλ του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, στο μακρινό '70.

Το μόνο που θα ευχόταν κανείς από το «Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ», ωστόσο, θα ήταν να είχε δουλευτεί λίγο περισσότερο κάτω από τις αιματοβαμμένες και τραχείς επιφάνειές του. Γιατί, παρά τη λαχανιαστή σκηνοθεσία της Ράμσεϊ, την αδιαπραγμάτευτα πεσιμιστική της οπτική και τη στοιχειωμένη ερμηνεία του Φίνιξ, η ταινία μοιάζει να χρειάζεται απελπισμένα λίγο παραπάνω βάθος. 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Search