Menu

Focus

Ένας δεξιοτέχνης απατεώνας ετοιμάζει το μεγάλο κόλπο, για να βρει μπροστά την άλλοτε εκπαιδευόμενή του, η οποία πλέον έχει εξελιχθεί σε κανονική femme fatale. Με έναν ρόλο που θυμίζει εκείνον του «Hitch», ο Γουίλ Σμιθ αναζητά το χαμένο νήμα των πρόσφατων εισπρακτικών του θριάμβων, ποντάροντας στο τολμηρό σκηνοθετικό δίδυμο του «I Love you Phillip Morris», με το αποτέλεσμα να μην ξεφεύγει από τα όρια του ανάλαφρα διασκεδαστικού.

O άλλοτε απόλυτος άρχοντας του box-office, Γουίλ Σμιθ, ψάχνει τον τρόπο να επανακάμψει στις πρόσφατες δόξες του, εκείνες που τσαλακώθηκαν από το όνειδος του «After Earth», αλλά και συναφείς ατυχείς – οικονομικά και καλλιτεχνικά – επιλογές σαν το «Seven Pounds». Το «Focus» των Γκλεν Φικάρα και Τζον Ρέκουα μοιάζει ικανό να τον δικαιώσει, τουλάχιστον σε επίπεδο εισπράξεων, παρότι οι δεύτερες ευκαιρίες μέσα από ίδιου τύπου ταινίες δεν συνηθίζονται στο χολιγουντιανό στερέωμα.

Αν μη τι άλλο, το σκηνοθετικό δίδυμο του «I Love you Phillip Morris» που αντιπρότεινε μία ανανεωτική σύμπραξη ανάμεσα στην queer θεματολογία και το mainstream σινεμά, επιβεβαίωσε με τη δεύτερη δουλειά του («Crazy, Stupid, Love.») πως ξέρει τι χρειάζεται ένα κουρασμένο είδος σαν τη ρομαντική κωμωδία.

Στο «Focus», η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον Νίκι (Σμιθ) έναν δεξιοτέχνη απατεώνα, ο οποίος εκπαιδεύει την Τζες (Μάργκοτ Ρόμπι) στην επιστήμη του ξαφρίσματος. Η συνεργασία τους θα διακοπεί με πρωτοβουλία του πρώτου, ως σπασμωδική αντίδραση στην μεταξύ τους χημεία. Τρία χρόνια μετά, οι δρόμοι τους θα ξανασμίξουν στο Μπουένος Άιρες. Εκείνη είναι πια μία κανονική femme fatale. Εκείνος ψάχνει το μεγάλο κόλπο. Και στη μέση, βρίσκεται ένας αδίστακτος μεγιστάνας (Ροντρίγκο Σαντόρο) που δραστηριοποιείται στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

Συνδυάζοντας το χιούμορ, με την αδρεναλίνη και το love-story με τις αλλεπάλληλες ανατροπές, η τρίτη ταινία των Φικάρα και Ρέκουα επαναφέρει – χωρίς την ανανεωτική δυναμική που θα περιμέναμε – το μοτίβο των «καλών» απατεώνων που εκμαιεύουν τη συμπάθεια με τον ξεχωριστό τρόπο πλασάρουν τόσο το στυλ όσο και τις δεξιότητές τους, κατά τα πρότυπα της «Συμμορίας των 11».

Τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ο Γουίλ Σμιθ μοιάζει ιδανικός στο να ενσωματωθεί στον feel-good χαρακτήρα της ταινίας και να επαναλάβει το ρόλο του ευγενικά επιδεικτικού μέντορα που είχε υποδυθεί στο «Hitch». Όμως τα χρόνια έχουν αρχίσει να γράφουν για το μέχρι πρότινος χρυσό παιδί του Χόλιγουντ, σε σημείο που στα 46 του να μην εμφανίζεται το ίδιο ορεξάτος για τέτοιου είδους εγχειρήματα.

Όσο για την εντυπωσιακή Μάργκοτ Ρόμπι του «Λύκου της Γουόλ Στριτ», η θετική της παρουσία ισοσκελίζεται από το miscast που ακούει στο όνομα Ροντρίγκο Σαντόρο (ο Ξέρξης των «300»), την ώρα που ο Τζέραλντ ΜακΡέινι (στο ρόλο του πρωτοπαλίκαρου του τελευταίου) θυμίζει έντονα τον σκληροτράχηλο Μάικ (Τζόναθαν Μπανκς) από το «Breaking Bad».

Αν όμως οι επιμέρους ευκολίες και η έλλειψη μιας κάποιας πρωτοτυπίας συγχωρούνται με λίγη καλή διάθεση (την οποία η ροή της ταινίας ενισχύει), δύσκολα μπορεί να δοθεί άφεση στο υπερ-επεξηγηματικό κρεσέντο του φινάλε, μία επιλογή που καθιστά αναπάντεχα ανασφαλείς τους υποτίθεται τολμηρούς Φικάρα και Ρέκουα.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ