Menu

Interruption

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Γιώργος Ζώης διακόπτει την «Ορέστεια», ανεβάζει το κοινό στη σκηνή, κινηματογραφεί τη ζωή που μιμείται την τέχνη και αναζητά την κάθαρση. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στο 72ο Φεστιβάλ Βενετίας, το «Interruption» ανοίγει αυλαία στις ελληνικές αίθουσες.

Η παράσταση της «Ορέστειας» του Αισχύλου ξεκινά. Ξαφνικά μία ομάδα νέων αγοριών και κοριτσιών ανεβαίνουν στην σκηνή με όπλα στα χέρια, ζητώντας συγνώμη για τη διακοπή, και προ(σ)καλούν τους θεατές να συμμετέχουν ενεργά στην παράσταση αναλαμβάνοντας τους ρόλους του έργου. Χωρίς να διευκρινίζεται αν η τρομοκρατική παρέμβαση αποτελεί μέρος ή όχι της σκηνοθεσίας, το έργο ξεκινά πάλι και τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, την αναπαράσταση, τη ζωή και την τέχνη, γίνονται δυσδιάκριτα.

Η «Ορέστεια» του Αισχύλου, ένα από τα κορυφαία έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αποτελεί μία τριλογία άμεσα συνδεδεμένη με την πολιτική και έργο που επιτρέπει να μελετήσουμε το τι μπορεί να σήμαινε η τραγωδία για το κοινό των Αθηναίων πολιτών. Αλλωστε όπως αναφέρει και ο Κρίστιαν Μέιερ «στην περίπτωση της Ορέστειας, το διακύβευμα ήταν το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζονταν». Στο «Interruption», το σκηνοθετικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Γιώργου Ζώη που συμμετείχε στο Διαγωνιστικό Τμήμα Orizzonti του 72ου Φεστιβάλ Βενετίας, το διακύβευμα είναι τόσο ο χώρος (η σκηνή, η πλατεία, το θέατρο), όσο και τα μέσα επιβολής της παραστατικής τέχνης (ο λόγος, η εικόνα, η ερμηνεία). Όπως αντιλαμβάνεστε, ο νεαρός σκηνοθέτης αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο.

Μετά από τα μικρού μήκους «Casus Belli» (βραβείο καλύτερης μικρού μήκους ταινίας της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) και «Τίτλοι Τέλους» (βραβείο EFA καλύτερης ευρωπαϊκής ταινίας), τα οποία παρουσιάστηκαν αμφότερα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, ο Ζώης επιλέγει φιλόδοξα και τολμηρά να προσεγγίσει στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του τη διάδραση της τέχνης μέσα από ένα εσωστρεφές, εγκεφαλικό σχόλιο που εξετάζει την γοητευτική ομηρία της εικόνας. H ταινία εμπνέεται από τα γεγονότα της 23ης Οκτώβρη 2002, όταν πενήντα οπλισμένοι Τσετσένοι είχαν εισβάλλει σε κεντρικό θέατρο της Μόσχας και το κοινό γοητευμένο από την απρόσμενη εξέλιξη, δεν είχε καταλάβει αν όλο αυτό ήταν μέρος της παράστασης ή όχι.

Στη σκιά ενός έργου που καταγράφει θεμελιακές συγκρούσεις, το «Interruption» μπορεί να μην ελευθερώνεται από την επιρροή του μύθου…φανερώνει όμως έναν θαρραλέο δημιουργό που «δι' ἐλέου καὶ φόβου» βάζει ένα μεγάλο στοίχημα

Με διάθεση να σπάσει τον τέταρτο τοίχο και να δημιουργήσει έναν τόπο, όπου το κοινό θα συναντήσει και ως ένα βαθμό θα κατευθύνει τη δράση, το «Interruption» δίνει πάτημα στους επι της οθόνης θεατές να συνδιαλλαγούν με την Τέχνη. Κατ’ επέκταση προβοκάρει και τους θεατές της ταινίας. Σκοπός του σκηνοθέτη είναι η κατάργηση των ορίων και ο Ζώης στην ταινία κινηματογραφεί συνεχώς ασφυκτικά κουτιά. Το σκηνικό της παράστασης της «Ορέστειας» είναι ένα γυάλινο κουτί, όπως η σκηνή, ο χώρος του θεάτρου και το κτήριο του. Οι ηθοποιοί και οι εθελοντές θεατές, μπαίνουν και βγαίνουν συνεχώς απ’ αυτά και τα κάδρα του Ζώη (κουτιά και αυτά) τους ακολουθούν με δραματικά γκρο πλαν, το αγωνιώδες μοντάζ του Γιάννη Χαλκιαδάκη και την υποβλητική διεύθυνση φωτογραφίας του Γιάννη Κανάκη.

Καθώς η ιδιόμορφη παράσταση εξελίσσεται και ο μύθος, η μυθοπλασία και η πραγματικότητα οδηγούν την αλήθεια και το ψέμα, την υποκριτική και την υποκρισία σε αμφίσημα επίπεδα, ο κορυφαίος του Χορού (ένας βαμπιρικός, λιτός Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου) σταδιακά χάνει τον έλεγχο. Παρομοίως το «Interruption» μετά τη σαγηνευτική διακοπή και τους πρώτους αυτοσχεδιασμούς, καταλύει τη σύνδεση με το κοινό σε επίπεδο «πράξης» και εμμένει στη «θεωρία». Το κοινό της αίθουσας και ο εθελοντικός θίασος μετατρέπονται σε στείρο εντολοδόχο και ο μοιραίος «απο μηχανής Θεός» δεν επιφέρει την απαραίτητη κάθαρση.

Το «Interruption» ζητά από τον θεατή μία de profundis κατανόηση του κώδικα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας για να επικοινωνήσει τη σύνθετη διαλεκτική του. Χωρίς να είναι σαφές αν η παρόρμηση της ομάδας των νεαρών έχει στόχο την επαναφορά, τη διάλυση ή την επανίδρυση της τάξης του «δράματος», το «Interruption» παρά τις διανοητικές αρετές του, χάνει την απαραίτητη και αμοιβαία εξάρτηση του θεατή. Το φινάλε προσφέρει ένα επιπλέον στοιχείο ανάγνωσης, αλλά η πληροφορία ακόμα κι εδώ είναι σχετικά κρυφή και ενδεχομένως αρκετοί να μην εξετάσουν αναδρομικά την ταινία.

Παραβολή, αλληγορία, φορμαλιστική άσκηση, πολιτική τοποθέτηση, το «Interruption» επιστρέφει στους αρχαίους μύθους και αποπειράται τη σύγχρονη ενήβωση, όπως ο Ορέστης από την Κλυταιμνήστρα. Στη σκιά ενός έργου που καταγράφει θεμελιακές συγκρούσεις, το «Interruption» μπορεί να μην ελευθερώνεται από την επιρροή του μύθου (ο φόνος της Κλυταιμνήστρας άλλωστε δεν απελευθερώνει, αλλά παγιδεύει τον Ορέστη), φανερώνει όμως έναν θαρραλέο δημιουργό που «δι' ἐλέου καὶ φόβου» βάζει ένα μεγάλο στοίχημα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ