Υπογονιμότητα: Έτσι θα αντιμετωπίσεις το πρόβλημα

Η αρχική επίσκεψη του υπογόνιμου ζεύγους στο ιατρείο και η συμβουλευτική (counselling) που θα του δοθεί είναι καίριας σημασίας για την επίτευξη του στόχου.

Elle 23 Δεκ. 20
Υπογονιμότητα: Έτσι θα αντιμετωπίσεις το πρόβλημα

Σύμφωνα με τον δρ. Γεώργιο Λάμπο, η δυσκολία σύλληψης είναι ένα θέμα που ταλανίζει χιλιάδες ζευγάρια ανά τον κόσμο απασχολώντας έντονα την γυναικολογική κοινότητα. Τα ζευγάρια αυτά είναι μπερδεμένα, δεν ξέρουν αν όντως αντιμετωπίζουν πρόβλημα ή αν απλά πρέπει να περιμένουν, αν πρέπει να επισκεφτούν τον ειδικό και τι αγωγή να λάβουν. Πολύ συχνά η αντιμετώπιση που λαμβάνουν επιτείνει το πρόβλημα, καθώς η πλειοψηφία των περιπτώσεων βαπτίζεται υπογονιμότητα και η εξωσωματική αναδεικνύεται σαν μοναδική λύση. Ποια πρέπει όμως να είναι τελικά η αντιμετώπιση του υπογόνιμου ζευγαριού στο Ιατρείο και ποια ή συμβουλευτική που πρέπει να του δοθεί? Καταρχάς είναι σημαντικό και τα δυο μέλη του ζευγαριού να παρίστανται στην αρχική επίσκεψη στο ιατρείο για την επιλογή της θεραπείας υπογονιμότητας που θα ακολουθηθεί. Η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται σε ανδρικό παράγοντα σε ποσοστό μέχρι 40%. Η εξέταση σπέρματος πρέπει να περιλαμβάνεται στις αρχικές εξετάσεις που θα δοθούν, ενώ η ποιότητα του σπέρματος θα παίξει σημαντικό ρόλο στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Πέρα όμως από αυτό, η επιλογή ενός ζευγαριού να καταφύγει σε μια θεραπεία υπογονιμότητας είναι μια απόφαση που αφορά εξίσου και τα 2 μέρη, οπότε πρέπει και τα 2 μέρη να είναι ενήμερα για τις θεραπευτικές επιλογές, τις ευκαιρίες, τους κινδύνους και τα ποσοστά επιτυχίας σε κάθε περίπτωση.

Υπογονιμότητα

Τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν προβλήματα γονιμότητας πρέπει να πληροφορηθούν ότι τα προβλήματα αυτά αλλά και η διερεύνησή τους, όπως και η θεραπεία που μπορεί να προσφερθεί, είναι δυνητικά στρεσογόνοι παράγοντες. Το stress μπορεί να επηρεάσει τη σχέση τους, μπορεί να μειώσει τη συχνότητα των επαφών και τελικά να επιδεινώσει περαιτέρω τα ζητήματα γονιμότητας που το ζευγάρι αντιμετωπίζει. Τα ζευγάρια αυτά πρέπει να μπορεί να έχουν πρόσβαση ή να μπορούν να αναζητήσουν, αν χρειαστεί, την κατάλληλη συμβουλευτική (counselling). Αυτή μπορεί να αναζητηθεί σε οποιαδήποτε φάση της διερεύνησης ή της θεραπείας και μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την έκβαση αυτής.Τα ζευγάρια που προσέρχονται στο ιατρείο πρέπει να πληροφορηθούν ότι η γυναικεία γονιμότητα, και σε ένα μικρότερο βαθμό και η ανδρική γονιμότητα, φθίνουν με την πάροδο του χρόνου. Πρέπει να συζητηθούν εκτενώς τα ποσοστά επιτυχίας και οι επιλογές που συνδέονται με τις φυσικές επαφές, αλλά και με τη σπερματέγχυση. Τα ζευγάρια πρέπει να πληροφορηθούν ότι η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ είναι καταστροφική για το σπέρμα, ενώ η κατανάλωση αλκοόλ από τη γυναίκα που προσπαθεί να μείνει έγκυος με φυσικά μέσα, μπορεί να βλάψει ένα αναπτυσσόμενο έμβρυο. Το κάπνισμα μπορεί να μειώσει τη γυναικεία γονιμότητα και αυτό μπορεί να ισχύει και με το παθητικό κάπνισμα. Συσχέτιση υπάρχει και ανάμεσα στο κάπνισμα και την ποιότητα του σπέρματος. Αντίθετα, δεν έχει καταγραφεί συσχέτιση ανάμεσα στην ύπαρξη προβλημάτων γονιμότητας και την κατανάλωση καφεΐνης (καφές, τσάι, ροφήματα τύπου cola).

Η παχυσαρκία (γυναίκες με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) μεγαλύτερο από 30) μπορεί να σχετίζεται με προβλήματα σύλληψης και ιδίως σε γυναίκες με προϋπάρχον Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών. Η απώλεια βάρους μπορεί να αυξήσει κατά πολύ την ικανότητα σύλληψης σε αυτές τις γυναίκες, κυρίως γιατί βελτιώνεται η ωορρηξία. Μειωμένη γονιμοποιητική ικανότητα πάντως μπορεί να παρατηρείται και στους παχύσαρκους άνδρες. Ακόμα, πρέπει να τονιστεί ότι προβλήματα γονιμότητας, όπως και διαταραχές περιόδου, μπορούν να αντιμετωπίσουν και οι πολύ αδύνατες γυναίκες (ΔΜΣ μικρότερο από 19).Τα ζευγάρια που προσέρχονται σε ένα ιατρείο διερεύνησης υπογονιμότητας πρέπει να πληροφορηθούν ότι ένα ποσοστό 80% των ζευγαριών θα επιτύχουν σύλληψη μέσα σε διάστημα ενός έτους, εφόσον η γυναίκα είναι κάτω των 40 ετών και το ζευγάρι έχει τακτικές επαφές, ιδιαίτερα περί την ωορρηξία. Η ιδανική συχνότητα των επαφών είναι κάθε 2 με 3 ημέρες. Από τα ζευγάρια που δεν θα επιτύχουν σύλληψη κατά το πρώτο έτος, περίπου τα μισά θα επιτύχουν σύλληψη το επόμενο έτος (συνολικό ποσοστό 90% σε δύο έτη). Σε περίπτωση που δεν έχει επιτευχθεί σύλληψη μετά από διάστημα ενός έτους επαφών, πρέπει να προταθεί η διαγνωστική διερεύνηση του ζεύγους. Αυτό το διάστημα πρέπει να είναι μικρότερο σε γυναίκες μεγαλύτερες από 36 ετών, όπου η διαγνωστική διερεύνηση θα μπορούσε να προταθεί μετά από ένα διάστημα έξι μηνών. Αυτό μπορεί να ισχύει και σε μικρότερες ηλικίες, εφόσον συντρέχει η ύπαρξη διάφορων προδιαθεσικών παραγόντων υπογονιμότητας. Η παραπομπή πρέπει να είναι άμεση σε περίπτωση που σχεδιάζεται η παροχή μιας θεραπείας (όπως ογκολογική) που ενδέχεται να βλάψει την γονιμοποιητική ικανότητα του ζεύγους.

Απαραίτητα είναι η διενέργεια σαλπιγγογραφίας που να βεβαιώνει ότι η διαβατότητα των σαλπίγγων είναι ευχερής, όπως και η διενέργεια σπερμοδιαγράμματος που να αποκλείει την σοβαρή ολιγοσπερμία/αζωοσπερμία. Σε περίπτωση παθολογικού σπερμοδιαγράμματος, ένα επαναληπτικό τεστ πρέπει να διενεργείται μετά από διάστημα 3 μηνών. Σε περίπτωση έντονης ολιγοσπερμίας ή αζωοσπερμίας, το επαναληπτικό τεστ πρέπει να διενεργείται νωρίτερα. Η ωοθηκική λειτουργία θα εκτιμηθεί με μέτρηση του αριθμού των ωοθυλακίων (AFC), καθώς και με την ορμονική μέτρηση της FSH και της Αντιμυλλέριου ορμόνης (AMH). Αριθμός ωοθυλακίων μικρότερος από 4, τιμή FSH μεγαλύτερη από 9 και τιμή AMH μικρότερη από 5.4 pmol/l είναι ενδεικτικές για αναμενόμενη φτωχή απάντηση των ωοθηκών στην ωοθηκική διέγερση, οπότε το πρωτόκολλο της εξωσωματικής πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Χρήσιμη, τέλος, είναι η διερεύνηση κάποιων Σεξουαλικά Μεταδιδόμενων Νοσημάτων, όπως το Chlamydia trachomatis, με τη διενέργεια του κατάλληλου μοριακού ελέγχου, πριν την οποιαδήποτε διενέργεια θεραπείας ή εξετάσεων που περιλαμβάνουν χειρισμό της μήτρας. Σε περίπτωση μη διενέργειας ελέγχου για ΣΜΝ, πρέπει να χορηγείται προφυλακτική αντιβίωση σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις. Η μη παράλειψη των ετήσιων κυτταρολογικών ελέγχων του τραχήλου (τεστ Παπ) και ο αποκλεισμός της ταυτόχρονης παρουσίας παθογόνων μικροοργανισμών πρέπει να μη διαφεύγουν της προσοχής σε ένα ιατρείο υπογονιμότητας και η διαφύλαξη ενός υγιούς μικροπεριβάλλοντος με την τήρηση όλων των ενδεδειγμένων μέτρων προστασίας του πρέπει να αποτελεί σύσταση προς όλα τα ζευγάρια που προσέρχονται σε αυτό.

Info

Ο Δρ.Γεώργιος Λάμπος είναι Μαιευτήρας- Χειρουργός Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Eξειδικευθείς σε Ανθρώπινη Αναπαραγωγή, Paris- Saclay στο Παρίσι και Μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Ιρλανδίας.
E-mail: giorgos.labos@gmail.com

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT