«New year, no resolutions!»: Τελικά, τα resolutions µας δίνουν ώθηση να κάνουµε τη ζωή µας καλύτερη, ή καταλήγουν να ασκούν πάνω µας επιπλέον πίεση;

Δύο σύγχρονοι µελετητές φιλοσοφίας αναλύουν, ερµηνεύουν, αξιολογούν και, τελικά, αποδοµούν το hype των τελευταίων δεκαετιών, σύµφωνα µε το οποίο στην αρχή κάθε νέας χρονιάς λατρεύουµε να βάζουµε στόχους.

Elle 31 Δεκ. 22
«New year, no resolutions!»: Τελικά, τα resolutions µας δίνουν ώθηση να κάνουµε τη ζωή µας καλύτερη, ή καταλήγουν να ασκούν πάνω µας επιπλέον πίεση;

Από τη Νάνσυ Καλλικλή

Eίναι µάλλον απίθανο τέτοιες µέρες να καταφέρει κανείς να αποφύγει την επέλαση των «στόχων της νέας χρονιάς». Κάθε site που θέλει να µη µένει πίσω στην επικαιρότητα θα δηµοσιεύσει τουλάχιστον ένα άρθρο για «τον σωστό τρόπο να θέτουµε τους στόχους µας, ώστε να τους δούµε να υλοποιούνται», ενώ TikTokers και influencers έχουν ήδη αρχίσει να ανεβάζουν τα δικά τους «µυστικά για να γίνει το 2023 η καλύτερη χρονιά σου ever». Ναι, δεν είµαστε πλέον στα ’00s και ανάµεσα στα «θα χάσω δέκα κιλά» και «θα πηγαίνω τρεις φορές την εβδοµάδα στο γυµναστήριο αντί για δύο» φιγουράρουν πια και στόχοι όπως «θα ακούω περισσότερο το σώµα µου». Μπορεί πολλοί να τολµούν να παραδεχτούν σήµερα ότι τα new year’s resolutions δεν τους ταίριαξαν ποτέ, αλλά κάθε χρόνο, τις µέρες γύρω από την Πρωτοχρονιά, οι περισσότεροι µπαίνουµε στον πειρασµό να αποφασίσουµε κάποιες αλλαγές, µε την ευχή ο νέος χρόνος να είναι καλύτερος από τον προηγούµενο.

Την τελευταία δεκαετία, αρκετοί ψυχολόγοι -και ειδικά όσοι έχουν λάβει και κάποια εκπαίδευση στο coaching- φέρνουν τους στόχους για την καινούρια χρονιά στο τραπέζι των συνεδριών τους, ρωτώντας: «Λοιπόν, τι θα ήθελες να είναι διαφορετικό τον χρόνο που έρχεται;». Άλλωστε η αξιολόγηση της πορείας µας (για το έτος, τις συνεδρίες κ.λπ.) είναι κοµµάτι της θεραπευτικής διαδικασίας. Παρ’ όλα αυτά, µια µερίδα συναδέλφων τους εκφράζει αµφιβολίες για την αποτελεσµατικότητα των resolutions. Τελικά, µας δίνουν ώθηση να κάνουµε τη ζωή µας καλύτερη, αναρωτιούνται αρκετοί ειδικοί της ψυχικής υγείας, ή καταλήγουν να ασκούν πάνω µας επιπλέον πίεση, σε µια περίοδο ούτως ή άλλως ζορισµένη; Η δρ Sophie Lazarus, για παράδειγµα, κλινική ψυχολόγος στην Ιατρική Σχολή του Ohio State University, δηλώνει ότι, κατά τη γνώµη της, το τελευταίο πράγµα που χρειαζόµαστε έπειτα από τα δύσκολα τελευταία χρόνια είναι να φορτώνουµε µε επιπλέον πίεση τον εαυτό µας, θέτοντας στόχους που -αν µη τι άλλο- ίσως αποδειχθούν
µη ρεαλιστικοί µέσα στην πανδηµία που ακόµα διανύουµε.

Επιφανειακές προσδοκίες VS αυτοπραγµάτωση

Δεν έχουν όµως µόνο οι ψυχολόγοι ενστάσεις όσον αφορά τους στόχους της νέας χρονιάς. Γι’ αυτή την πρακτική εκφράζουν αµφιβολίες και αρκετοί σύγχρονοι στοχαστές της ανθρώπινης εµπειρίας. «Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων σήµερα είναι τελεολογική» (από την αρχαία ελληνική λέξη «τέλος», η οποία σηµαίνει και σκοπός), λέει ο John Kaag, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήµιο Mass-Lowell της Μασαχουσέτης. «Ακριβώς επειδή τα πάντα στη ζωή µας εξυπηρετούν συγκεκριµένους σκοπούς, οι στόχοι για τη νέα χρονιά ίσως προσθέτουν στους ώµους µας ακόµα περισσότερες προσδοκίες στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούµε», εξηγεί ο ίδιος. Από πολύ µικρή ηλικία, διαβάζουµε µε σκοπό να πάρουµε καλούς βαθµούς και να κατοχυρώσουµε µια θέση στο πανεπιστήµιο, προκειµένου να βρούµε µια καλή δουλειά που µε τη σειρά της θα µας εξασφαλίσει έναν καλό µισθό, ο οποίος υποθετικά θα µας επιτρέψει να ζήσουµε όπως ονειρευόµαστε. Μόνο που δεν είναι και τόσο σπάνιες οι φορές που, κάπου σε αυτή την «καλά υπολογισµένη» πορεία, αργά ή γρήγορα, συνειδητοποιούµε είτε ότι τελικά αυτός ο σκοπός δεν ήταν αληθινά δικός µας είτε ότι, µε το βλέµµα στραµµένο σ’ αυτόν, προσπεράσαµε την απόλαυση της ίδιας της ζωής. Γιατί, συνεχίζει ο ειδικός, «στη στοχοθέτηση συνήθως µπερδεύουµε το εφήµερο µε το πραγµατικά σηµαντικό, συγχέουµε την άµεση και επιφανειακή επιθυµία µε όσα έχουν πράγµατι σηµασία. Στρεφόµαστε στα προφανή, αλλά και στα επουσιώδη».

Αυτό που συµβαίνει ουσιαστικά, εξηγεί ο Γιάννης Ανδριανάτος, ιδρυτής του Ρητορικού Κύκλου και εκπαιδευτής Ρητορικής και Φιλοσοφίας, είναι ότι οι περισσότεροι βάζουµε στόχους χωρίς να έχουµε σκοπό στη ζωή. «Σκοπός είναι ένας εσώτερος στόχος που δίνει νόηµα στη ζωή. Κάτι που εξηγεί γιατί επιλέγω αυτά που επιλέγω και γιατί αποφεύγω άλλα. Οι στόχοι εντάσσονται σε έναν βαθύτερο σκοπό ζωής. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον αν ήµασταν σε µια κουλτούρα που την Πρωτοχρονιά θα ανέλυε κανείς αν ο σκοπός της ζωής του είναι όντως αυτό που θέλει. Ο σκοπός είναι ο προορισµός, και ακόµη και να µη φτάσουµε εκεί, εντωµεταξύ έχουµε µια κατεύθυνση». Το να θέτουµε στόχους χωρίς σκοπό είναι, για τον Έλληνα µελετητή της Φιλοσοφίας, σαν να βάζουµε βαγόνια στη σειρά, αλλά χωρίς ατµοµηχανή, δηλαδή δίχως εσώτερο κίνητρο. Είναι σαν ένας στρατός που πολεµάει χωρίς στρατηγική, κάνει µόνο τακτικές κινήσεις και µεταφέρεται µπρος πίσω. Αν όµως ρωτήσεις τον στρατηγό γιατί τα κάνει όλα αυτά, θα σου πει «για να κινούµαστε, δεν ξέρω τι θέλω να κάνω». «Οι στόχοι είναι πόλεµος χωρίς στρατηγική. Και έτσι η χρονιά αναλώνεται χωρίς στρατηγική. Συνήθως οι στόχοι καλύπτουν ελλείψεις, εφήµερες καταστάσεις, δεν εντάσσονται σε ένα σκεπτικό. Αντίθετα, ο σκοπός δηµιουργεί βαθύτερες πραγµατώσεις και οδηγεί σε µια αυτεπίγνωση», καταλήγει ο ειδικός.

Με πυξίδα την αυτογνωσία

Βέβαια, για να χαράξουµε πορεία προς το ποιοι θέλουµε να είµαστε, χρειάζεται να γνωρίζουµε τον εαυτό µας. Μπορεί οι στόχοι µας για το νέο έτος να µοιάζουν ότι µας βάζουν σε µια κατεύθυνση, αλλά χωρίς αυτεπίγνωση είναι σαν άτακτες κινήσεις, χωρίς κατεύθυνση. «Το δύσκολο δεν είναι να βάλουµε έναν στόχο, αλλά το να θέσουµε έναν που ανήκει στη γενεαλογία του ποιοι πραγµατικά είµαστε. Και ο µέσος άνθρωπος δεν βάζει τέτοιους στόχους», λέει ο κ. Ανδριανάτος. Εδώ, φυσικά, θα ήταν χρήσιµο να θυµηθούµε τη θεώρηση του Friedrich Nietzsche ότι ο άνθρωπος «γίνεται αυτό που είναι» και όχι αυτό που θα ήθελε να γίνει. Αυτή η διατύπωση από τo βιβλίο Χαρούµενη Επιστήµη (εκδ. Πανοπτικόν) (επίσης µεταφρασµένο ως Η Θεωρία του Σκοπού της Ζωής), είναι απόρροια, σύµφωνα µε τον ειδικό, «του σωκρατικού ότι δεν γνωρίζουµε τον εαυτό µας. Είµαστε αυτό που είµαστε, αλλά δεν το γνωρίζουµε, δεν το έχουµε ακόµη εκδηλώσει. Άρα δεν µπορούµε να γίνουµε κάτι άλλο, παρά µόνο αυτό που είµαστε. Προφανώς και µέσα σε µία χρονιά δεν θα φτάσουµε να είµαστε ο εαυτός µας, θα συνεχίσουµε να είµαστε ελλιπείς. Αλλά είναι σηµαντικό αυτά που θα συµβούν να οδεύουν προς τον σκοπό της ζωής µας, να συνεισφέρουν σε αυτόν. Για να κάνεις ένα βήµα µέσα στη χρονιά προς αυτό που είσαι, πρέπει να έχεις τη γενναιότητα να αποδεχτείς ποιος είσαι. Αντίθετα, τα σχέδια της Πρωτοχρονιάς, όπως τα λέµε, µιλάνε συνήθως για όλα αυτά που δεν είµαστε και που µάλλον δεν θα είµαστε ποτέ. Είναι σαν µια αυταπάτη σε σχέση µε τον εαυτό µας. Στα µαθήµατα του Ρητορικού Κύκλου αυτό το ονοµάζω “µοιχεία του εαυτού µας”». Εποµένως θέλει δουλειά µε τον εαυτό µας, να ανακαλύψουµε τις δικές µας αξίες και βαθύτερες ανάγκες που θα µας καθοδηγήσουν ώστε, συνειδητά πλέον, να ξέρουµε τι ζητάµε από τη ζωή και τι έχει αληθινή βαρύτητα για εµάς τους ίδιους και κανέναν άλλο.

Nietzsche, Kant, mindfulness & ευγνωµοσύνη

Αν αναλύσουµε όλους εκείνους τους στόχους που θέτουµε κάθε νέα χρονιά, θα δούµε ότι κοινός παρονοµαστής, ακόµη κι αν δεν το συνειδητοποιούµε, είναι να είµαστε χαρούµενοι. Ποια επιθυµία βρίσκεται πίσω από την απόφαση για µια πιο υγιεινή διατροφή, ένα καινούριο χόµπι, ένα ταξίδι ή περισσότερο χρόνο µε όσους αγαπάµε και λιγότερο στα social media, αν δεν είναι µια καλύτερη ζωή, µε περισσότερη χαρά και απόλαυση; Ακόµη και οι αυστηρά επαγγελµατικοί στόχοι που ίσως έχουµε βάλει µέσα στα χρόνια -ή µε τους οποίους φλερτάρουµε φέτος- εκεί αποσκοπούν τελικά: στη χαρά που (ελπίζουµε ότι) θα µας δώσει µια προαγωγή ή η αναγνώριση των δεξιοτήτων µας. Όµως, λέει ο κ. Ανδριανάτος, «αν υπάρχει ένα µυστικό για την απόλαυση, θα λέγαµε ότι είναι το εξής: για να έρθει η απόλαυση στη ζωή µας, πρέπει να ξεκινήσουµε να απολαµβάνουµε τώρα. Έστω και τα µικρά πράγµατα. Πρέπει να απολαύσουµε το εφικτό και όχι αναγκαστικά το σπουδαίο, ώστε να φτάσουµε να απολαύσουµε το εξαιρετικό. Στις ευχές αυτών των ηµερών λείπει η απόλαυση του παρόντος. Αντίθετα, θα έπρεπε να κάνουµε χώρο µέσα µας ώστε να τη φιλοξενήσουµε».

Αυτό το µοντέλο σίγουρα θα έβρισκε σύµφωνους τους ψυχολόγους που εδώ και χρόνια µάς καλούν να εστιάζουµε σε όλα όσα έχουµε ήδη στη ζωή µας και τα οποία ενδεχοµένως παραβλέπουµε ή προσπερνάµε όσο αναζητάµε το άγιο δισκοπότηρο της ευτυχίας. Οι πρακτικές της ευγνωµοσύνης και της ενσυνειδητότητας έχουν ακριβώς τον ίδιο προσανατολισµό: να δηµιουργήσουµε χώρο µέσα µας ώστε να µπορέσουµε να φιλοξενήσουµε αυτά που ονειρευόµαστε.

Στο ίδιο µήκος κύµατος, ο Αµερικανός καθηγητής Φιλοσοφίας έχει δηλώσει ότι στο παρελθόν, µια χρονιά που θέλησε να συνδεθεί ξανά µε την οµορφιά της ζωής και να την απολαµβάνει, υιοθέτησε έναν ασυνήθιστο στόχο, ο οποίος συνδύαζε τα συγγράµµατα των Immanuel Kant και Friedrich Nietzsche. Από τη µία, ο John Kaag βρήκε έναν τρόπο να βιώσει ξανά την οµορφιά της ζωής στη «σκοπιµότητα χωρίς σκοπό» του Kant. «Ζώντας εστιασµένοι στους στόχους µας, αδυνατούµε να δούµε ολοκληρωµένα την εµπειρία της ζωής», λέει ο ίδιος. «Η τελεολογία µάς φοράει παρωπίδες. Η σκοπιµότητα χωρίς σκοπό µάς καλεί να βγούµε απλώς µια βόλτα, να ξαπλώσουµε στο γρασίδι, να κάνουµε ένα διάλειµµα από το συνεχές τρέξιµο. Στην πολυάσχολη κουλτούρα µας, αγκαλιάζοντας τη σκοπιµότητα χωρίς σκοπό, µπορεί κανείς να βιώσει την οµορφιά». Φαίνεται ότι ο Kant γνώριζε αιώνες πριν αυτό που σήµερα ενστερνίζονται οι οπαδοί του mindfulness: ότι η οµορφιά της ζωής κρύβεται στα απλά.

Την ίδια χρονιά, ο Kaag είχε βάλει στόχο, παράλληλα, να ζει σύµφωνα µε το Amor Fati, αυτό δηλαδή που ο Nietzsche ονόµαζε «αγάπη της µοίρας, να είµαστε ερωτευµένοι µε το πεπρωµένο µας». «H συνταγή µου για το µεγαλείο στον άνθρωπο είναι η Amor Fati», γράφει ο Γερµανός φιλόσοφος. «Το να µη θέλεις τίποτα διαφορετικό, ούτε στο µέλλον ούτε στο παρελθόν ούτε σε όλη την αιωνιότητα. Όχι απλώς να υποµένεις το αναγκαίο, πόσο µάλλον να το αποκρύπτεις, αλλά να το αγαπάς». Ο Nietzsche, φυσικά, δεν εννοούσε ότι πρέπει να παραιτηθούµε ούτε να καταφύγουµε στη µόδα -αλλά και την τοξικότητα- της θετικότητας, αλλά να αποδεχόµαστε πλήρως όσα µας φέρνει η ζωή.

Η σηµασια της απόλαυσης

Το ότι η απόλαυση παίζει πολύ σηµαντικό ρόλο και στην ίδια τη διαδικασία της στοχοθέτησης, το επιβεβαιώνουν και οι ειδικοί της ψυχικής υγείας. Η δρ Ayelet Fishbach, ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου Get It Done (Πώς να τα καταφέρεις, εκδ. Little, Brown Spark), πέρυσι τέτοιον καιρό ξεκίνησε µια έρευνα προκειµένου να τεστάρει τι κάνει τη διαφορά και κάποιους στόχους τους εγκαταλείπουµε, ενώ σε άλλους µένουµε πιστοί. Τον Ιανουάριο κατέγραψε µε την οµάδα της τους στόχους για τη νέα χρονιά που είχαν θέσει οι συµµετέχοντες στη µελέτη της και τον Μάρτιο τους ξανακάλεσε για να δει πώς τα είχαν πάει µέχρι τότε. «Αυτό που είδαµε», λέει, «ήταν ότι το αν οι συµµετέχοντες έµειναν πιστοί στους στόχους τους είχε να κάνει λιγότερο µε τη σηµασία του στόχου στη ζωή καθενός και περισσότερο µε τον βαθµό στον οποίο απολάµβαναν κάθε στόχο». Για παράδειγµα, από όσους είχαν αποφασίσει να τρώνε πιο υγιεινά, τρεις µήνες µετά πιστοί είχαν µείνει στον στόχο όσοι είχαν βρει απολαυστικές εναλλακτικές και όχι όσοι είχαν δηλώσει ότι θεωρούν σηµαντικό να φτιάξουν τη διατροφή τους. «Όταν απολαµβάνουµε αυτό που κάνουµε, έχουµε εσωτερικό κίνητρο», αναφέρει η ειδικός.

Οι 4 κατευθύνσεις της αλλαγής

Το ότι η περίοδος που βάζουµε στόχους για τη νέα χρονιά συµπίπτει µε τις γιορτές είναι ακόµα ένα θέµα που προβληµατίζει τους στοχαστές της ανθρώπινης εµπειρίας. Διότι οι γιορτές είναι ένα βάπτισµα σε αυτό που ο κ. Ανδριανάτος ονοµάζει «µαγική αντίληψη των πραγµάτων». «Το σκεπτικό των περισσότερων, αυτές τις µέρες, είναι το εξής: “Είµαι καλός άνθρωπος, έχω κοπιάσει, έχω ταλαιπωρηθεί. Το σύµπαν µού χρωστάει και πρέπει να µου δώσει αυτά που µου χρωστάει. Δεν θα αλλάξω εγώ για να µου συµβούν κάποια πράγµατα. Δεν θα µετακινηθώ εγώ, αλλά θα έρθουν τα πράγµατα σε µένα”. Είναι σαν να θέλουµε να συµβούν πράγµατα χωρίς χρέωση. Να περάσουµε, δηλαδή, τα διόδια χωρίς να πληρώσουµε. Μα, όταν θέλουµε να καταφέρουµε κάτι, πρέπει οπωσδήποτε να κοπιάσουµε γι’ αυτό», καταλήγει ο ειδικός. Όταν λοιπόν θέτουµε στόχους, ενώ ασυναίσθητα και ασυνείδητα έχουµε µπει στη µαγική αντίληψη των πραγµάτων, είναι σαν να αναιρούµε εξαρχής την ίδια τη διαδικασία της στοχοθέτησης. «Αντί να διατυπώνουµε απλώς τις επιθυµίες µας», προτείνει ο ιδρυτής του Ρητορικού Κύκλου, «θα µπορούσαµε να υιοθετήσουµε µια ολοκληρωµένη προσέγγιση, που περιλαµβάνει τέσσερα σηµεία, τις τέσσερις κατευθύνσεις της αλλαγής.

Στο πλαίσιο αυτό, ορίζουµε:

1. Τι καινούριο θα θέλαµε να προκαλέσουµε να συµβεί αυτή τη χρονιά, αναλαµβάνοντας, βέβαια, µαζί και την ευθύνη του νέου. Αυτό, φυσικά, συνεπάγεται τόλµη, δύσκολες επιλογές και θέληση για µάθηση.

2. Τι πετάµε από το παλιό, ώστε να δηµιουργήσουµε έναν χώρο µέσα µας για να χωρέσει το νέο. Μοιάζει µε τη στρατηγική στο σκάκι, που θυσιάζουµε ένα πιόνι για να κερδίσουµε έναν ίππο. Ίσως κληθούµε, για παράδειγµα, να δούµε τι ενδεχοµένως κάνουµε εµείς που µας εµποδίζει να πετύχουµε τον στόχο µας. Αυτή η διαδικασία της αποβολής είναι απαραίτητη σε όλα τα επίπεδα της ζωής.

3. Ορίζουµε τι θα βελτιώσουµε µέσα στη χρονιά. Πρόκειται για πράγµατα που έχουµε ήδη, αλλά τα εξελίσσουµε, τα αναπτύσσουµε, τα συνειδητοποιούµε περισσότερο. Βελτιώνω κάτι σηµαίνει ότι το φτάνω στις δυνατότητες που ήδη έχει. Και για να συµβεί αυτό, πρέπει να φτάσω κι εγώ στις δυνατότητες που έχω, να γίνω αυτό που είµαι ήδη, όπως λέει ο Nietzsche.

4. Τέλος, ορίζουµε τι θα συντηρήσουµε µέσα στη χρονιά, όπως µια υγιεινή συνήθεια». Με αυτές τις τέσσερις κατευθύνσεις της αλλαγής, το νέο, την αποβολή, τη βελτίωση και τη συντήρηση, αναλαµβάνουµε την ευθύνη µας στα τέσσερα σηµεία του ορίζοντα, «σαν ένας οργανισµός που καλείται να αποφασίσει ολικά», καταλήγει ο κ. Ανδριανάτος.

Διότι, εν τέλει, το στοίχηµα είναι να αναλάβουµε οι ίδιοι την ευθύνη του εαυτού µας. Την ευθύνη για τους στόχους που βάζουµε και πετυχαίνουµε, έχοντας µοχθήσει γι’ αυτούς, αλλά και για εκείνους που εγκαταλείπουµε, αν τελικά δούµε ότι δεν ήταν αληθινά δικοί µας. Γιατί, µερικές φορές, το ταξίδι έχει µεγαλύτερη βαρύτητα από την Ιθάκη, αρκεί να θελήσουµε να µπούµε σε αυτό συνειδητά. Σε κάθε περίπτωση, ίσως η αυτεπίγνωση φωτίσει σαν φάρος και τον δρόµο προς τον σκοπό της ζωής µας.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: ANDREAS ORTNER
STYLING: PIA LÉONIE KNOL

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα: