Αν ο όρος “Σύνδρομο Μεταπανδημικής Εξάντλησης” δεν υπάρχει, τότε πρέπει να τον εφεύρουμε

Μερικές σκέψεις για αυτό το κενό που νιώθουμε όλο και περισσότεροι παρά την επιστροφή στην "κανονικότητα", που αν είχε όνομα, αυτό θα έπρεπε να είναι “Σύνδρομο Μεταπανδημικής Εξάντλησης”.

Φιλίππα Δημητριάδη 19 Δεκ. 22
Αν ο όρος “Σύνδρομο Μεταπανδημικής Εξάντλησης” δεν υπάρχει, τότε πρέπει να τον εφεύρουμε

“Έτσι είναι όλος ο κόσμος!”, “Θερίζει η γρίπη”., “Κορωνοϊός; Νοσήστε με Η1Ν1 και μετά μιλάμε!”. Αυτές είναι μερικές μονάχα από τις φράσεις κλειδιά της εβδομάδας που πέρασε. Είτε ειπώνονταν στις συναντήσεις με φίλους, είτε σε απελπισμένα στάτους σε Facebook και tweets, περιγράφουν με ακρίβεια τις τελευταίες μέρες της ζωής μας. Όλοι γύρω μας είναι άρρωστοι. Κάποιοι “ξεχασμένοι” από την COVID-19 νοσούν τώρα για πρώτη φορά και διαπιστώνουν προς μεγάλη τους θλίψη ότι τελικά δεν είναι σαν τον Matt Damon στο “Contagion”, άλλοι νοσούν για δεύτερη φορά και συγκρίνουν τα συμπτώματα. Όσοι ήρθαν αντιμέτωποι με την γρίπη σπεύδουν να ενημερώσουν ότι είναι σημαντικά χειρότερη εμπειρία από τον κορωνοϊό κι ας μην έχουν νοσήσει με αυτόν, ενώ οι υπόλοιποι που “άρπαξαν” κάποιο κοινό κρύωμα περιφέρουν φωτογραφίες στα κινητά τους με το αρνητικό “διπλό τεστ” – ένα από τα καλύτερα “gadgets” της μεταπανδημικής περιόδου.

Το γεγονός ότι “πέφτουμε σαν τα κοτόπουλα” ηττημένοι από διάφορους ιούς εξηγείται πολύ εύκολα επιστημονικά, ωστόσο αυτή η κατάσταση έφερε για ακόμη μια φορά στην επιφάνεια, ίσως περισσότερο εμφατικά από οποιαδήποτε άλλη, την σκληρή πραγματικότητα που όλοι αρνούμαστε να αποδεχτούμε – Δεν έχουμε ξεμπερδέψει με τις συνέπειες της πανδημίας. Ούτε τις βιολογικές, αλλά ούτε και τις ψυχικές.

Θυμάστε ένα λαμπρό meme με έναν συμπαθητικό σκυλάκο που κοιτά με έντονο βλέμμα το κενό, ενώ κάτω από τη μύτη του βρίσκονται 4 – 5 cupcakes και μπροστά από τα μάτια του περνούν σκηνές πολέμου, λες και υποφέρει από PTSD; Κάπως έτσι νιώθουμε όλοι όσοι αρρωσταίνουμε (από οτιδήποτε) και αναγκαζόμαστε να μείνουμε στο σπίτι. Πέρα από τις μνήμες των lockdowns, που δεν είναι και τόσο ξεθωριασμένες ούτως ή άλλως, ο φόβος που έχουμε αναπτύξει για την “αρρώστια” γενικότερα κάνει ανυπόφορο ακόμα και το εποχικό συνάχι. Η αίσθηση ενοχής που δεν καταφέραμε να προστατευτούμε αρκετά καλά και η εξαντλητική “υποχρέωση” του να αποδείξεις ότι “δεν είναι κορωνοϊός!” είναι αρκετά για να απειλούν την ψυχική μας ηρεμία.

via GIPHY

Αυτή η αναστάτωση λοιπόν, ήρθε και ξύπνησε ένα σωρό άλλα πράγματα με τα οποία θα ερχόμαστε αντιμέτωποι τουλάχιστον για δύο χρόνια ακόμη (αν ο δρ. Νίκολας Α. Χρηστάκης, ο συγγραφέας του βιβλίου “Το βέλος του Απόλλωνα” Εκδόσεις Κάκτος, 2020” έχει δίκιο δηλαδή). Από lockdowns, σε ανοίγματα, από τη λέξη πανδημία, στη λέξη κανονικότητα, από τα γάντια και το πλύσιμο των προϊόντων του σούπερ μάρκετ με αντισηπτικό, στα διπλά τεστ για COVID- 19 και H1N1, κάπου εκεί μέσα είναι χαμένα τρία χρόνια από τη ζωή μας, τα οποία ώρες – ώρες ψάχνουμε αλαφιασμένοι σαν τα κλειδιά μας που είναι τυχαία πεταμένα μέσα στο σακίδιό μας.

Κάποιοι ήταν έφηβοι και βγήκαν στην “κανονικότητα” ενήλικοι. Άλλοι, διένυαν τα τελευταία ανέμελα χρόνια της δεκαετίας των 20 και μία πανδημία μετά ο στοίχος “30 χρόνια νύστα” από το κομμάτι του PanPan “Χτύπα με σαν ρεύμα στην πίστα” έχει γίνει το motto τους. Πολλοί, μόλις που έμπαιναν στην πιο παραγωγική τους ηλικία και τώρα είναι μπερδεμένοι 50άρηδες. Για τον κάθε ένα ξεχωριστά, αυτά τα τρία χαμένα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων – σε πείσμα της πραγματικότητας – η ζωή συνέχισε να συμβαίνει, σημαίνει ότι έχασαν αγαπημένα πρόσωπα, άλλαξαν σπίτια, δουλειές, ταίρι, έμειναν μόνοι ή έγιναν περισσότεροι. Όμως όλα αυτά, τα έκαναν σαν υπνοβάτες, σαν νεκροζώντανοι, σαν αυτοματοποιημένα bots, ή σαν ένα αυτοκίνητο σε full self driving mode.

Τώρα που μοιάζει σαν να συνερχόμαστε από έναν εφιάλτη, από εκείνους που ανοίγεις τα μάτια και σου παίρνει κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσεις ότι βρίσκεσαι στο κρεβάτι σου, ξυπνάει μαζί και η ανάγκη να αναπληρώσουμε όσα χάσαμε. Η δίψα να κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε. Αλλά στέκουμε αδύναμοι να κινηθούμε και οι κραυγές μας δεν έχουν ήχο, σαν σε υπνική παράλυση.

Εν μέσω πανδημίας καταλύθηκαν τα όρια εργασιακού ωραρίου – προσωπικού χρόνου. Δουλεύουμε περισσότερο από πότε. Το ξέσπασμα του πολέμου, μέσα στην γειτονιά μας και οι οικονομικές του συνέπειες, ας πούμε πως, ήταν ο λόγος που δεν επιτράπηκε στους περισσότερους από εμάς να ακολουθήσουμε την τάση της Μεγάλης Παραίτησης που κυριάρχησε κυρίως στις ΗΠΑ – με εξαίρεση τους εργαζόμενους στην εστίαση ή/και τον τουρισμό, κάτι που αποτελεί μια άλλη συζήτηση από μόνο του. Όταν δεν δουλεύουμε περνάμε το χρόνο μας στριμάροντας την επόμενη “hot” σειρά, το επόμενο “καθηλωτικό ντοκιμαντέρ”. Και ποιοι είναι τότε όλοι αυτοί που γεμίζουν τα μπαρ; Πώς έχει τόση κίνηση στους δρόμους αν είναι έτσι όπως τα λες;

Οι ίδιοι είμαστε, απλώς προσπαθούμε μάταια να νοηματοδοτήσουμε αυτή την ανακτημένη ελευθερία. Προσπαθούμε να ανακαλέσουμε συναισθήματα του 2019. Να μας γεμίζουν οι εμπειρίες μας, όπως πριν. Αντ’ αυτού, βρίσκουμε τους εαυτούς μας στριμωγμένους μέσα σε μία καθημερινότητα πιο ασφυκτική από ποτέ να συνθηκολογούμε με δεκάδες πράγματα που δεν μας αρέσουν, επειδή “Τι να κάνεις; Έτσι είναι η ζωή”. Μαγκομένους διαρκώς ή λυσσασμένους για δράση πάντα σε λάθος χρονισμό με τον περίγυρό μας.

Είμαι διαρκώς κουρασμένη. Μονίμως “δεν προλαβαίνω”. Με όποιον φίλο, με όποια φίλη κι αν μιλήσω, ακούω το ίδιο. Ανταλλάσσω ηχητικά μηνύματα με καλή μου φίλη που έχω να δω, αν θυμάμαι καλά, πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές. Λέμε συνέχεια “Ελπίζω την επόμενη εβδομάδα να βρω χρόνο” και “Συγγνώμη, θα επανέλθω, το υπόσχομαι” και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να πάμε για ένα ποτό. Άλλες φίλες έχω να τις δώ από πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Έχω κουραστεί να συστήνομαι εκ νέου σε γνωστούς που δεν με αναγνωρίζουν πλέον, γιατί περάσαμε ενάμιση χρόνο με μηδαμινή κοινωνική συνδιαλλαγή. Τους πιο κοντινούς μου ανθρώπους, τους βλέπω μια φορά το δίμηνο.

Όλα αυτά, κάποιες βραδιές με αφήνουν συναισθηματικά εξαντλημένη μπροστά από την οθόνη της τηλεόρασης να σκέφτομαι όλα εκείνα τα ποτά που δεν ήπια, τα βιβλία που σκονίζονται στο κομοδίνο και δεν διαβάζω, τις μικροδουλειές του σπιτιού που θα κάνουν τον χώρο μου ομορφότερο, αλλά κάνω ότι δεν βλέπω, τα ταξίδια που δεν προγραμματίζω, τις συναυλίες για τις οποίες δεν βγάζω εισιτήριο γιατί “έγραψε” μέσα μου η πιθανότητα της ακύρωσής τους. Λένε πως ο άνθρωπος χρειάζεται περίπου 6 μήνες για να μετατρέψει μια νέα κατάσταση σε συνήθεια. Πολύ φοβάμαι ότι η νέα μας πραγματικότητα από το ξέσπασμα της πανδημίας κι έπειτα εμπίπτει σε αυτή τη συνθήκη. Και τώρα δεν υπάρχει επαναφορά, ούτε επιστροφή. Καλούμαστε και πάλι να ανταπεξέλθουμε σε κάτι νέο, και η προσπάθεια που απαιτεί μας αφήνει, με ένα κενό αίσθημα. Αν ο όρος “Σύνδρομο Μεταπανδημικής Εξάντλησης” λοιπόν, δεν υπάρχει, τότε σίγουρα, πρέπει να τον εφεύρουμε.

Ακολουθήστε το ELLE στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

Σχετικά θέματα:

MHT